Θωμάς εκ Κέμπης

Αναζήτησα την γαλήνη παντού και πουθενά δεν τη βρήκα, παρά σε μια γωνιά μ'ένα βιβλίο. (Θωμάς ο εκ Κέμπης, 1471)

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

"Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες", Ντέμης Κωνσταντινίδης(παρουσίαση βιβλίου και συνέντευξη του ποιητή)



Προς τους νέους ποιητές
(Ντέμης Κωνσταντινίδης, Κι όμως γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, University Studio Press, 2013)

Γράψτε ένα ποίμα
Για όσους δεν έχουν βήμα
Και, προπαντός, για εκείνους
Που στέρησε το κύμα.
Έτσι, ωραίο θα ‘ναι
Και κάποιοι θα ακουμπάνε
Στη λέξη του απάνω
Σαν μάιμω σε τσιγγάνο

Οι ποιητικές συλλογές είναι μάλλον το δυσκολότερο λογοτεχνικό είδος να παρουσιάσει κανείς. Όχι γιατί είναι αδύνατο να είναι κανείς σίγουρος για τα νοήματα που ο ποιητής θέλει να επικοινωνήσει, ούτε για την μεγαλύτερη ακόμη δυσκολία του να τα περάσει ο κριτικός στο αναγνωστικό κοινό. Έτσι και αλλιώς ο δικός μας στόχος μας δεν ήταν ποτέ να αποκωδικοποιούμε και να μεταφέρουμε στους αναγνώστες μας το «τι θέλει να πει ο ποιητής» ούτε κυριολεκτικά ούτε μεταφορικά.

Ο δικός μας στόχος είναι να μεταδώσουμε στον αναγνώστη όσο το δυνατόν πιο πιστά το κλίμα ενός βιβλίου ώστε να μπορέσει μόνος του πια και γνωρίζοντας τις δικές του προσδοκίες να καταλάβει αν θα του άρεσε ή όχι. Και αν σε ένα μυθιστόρημα ή δοκίμιο το να μεταδώσεις με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τον παλμό του βιβλίου είναι δύσκολο, σε μία ποιητική συλλογή είναι μάλλον σημαντικό κατόρθωμα.

Αυτό συμβαίνει διότι σε αντίθεση με τον πεζό λόγο όπου τα συναισθήματα είναι λίγα αλλά εκτείνονται τα ίδια σε μεγάλα μέρη του βιβλίου ώστε η ένταση τους  να εξαρτάται από την διάρκεια, στην ποίηση έχουμε ακριβώς το αντίθετο. Πάρα πολλά συναισθήματα σε πολύ μικρές διάρκειες με αποτέλεσμα οι συχνές κορυφώσεις να οδηγούν τον αναγνώστη όχι σε έναν αλλά πολλούς διαφορετικούς κόσμους.

Όταν πήρα στα χέρια μου την συλλογή « Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες» του Ντέμη Κωνσταντινίδη και αφού θαύμασα την όμορφη και προσεγμένη έκδοση, παρατήρησα ότι αριθμεί 87 σελίδες στις οποίες υπάρχουν ούτε λίγο ούτε πολύ καμιά 180αριά ποιήματα. Πολυγραφότατος, τουλάχιστον για την εποχή μας.

Τα γενικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι το ελεύθερο στυλ, οι χαμηλοί τόνοι, η απουσία έπαρσης, μια  έντονη εμμονή στον εσωτερικό ψυχισμό και ένας έντονος πεσιμισμός αλλά μάλλον όχι σε υπερβολικό βαθμό ίσως και σε ισορροπία με αισιόδοξο τόνο. Γενικά η ισορροπία είναι εμφανής σε όλα τα ερεθίσματα. Τα νοήματα δεν είναι δύσκολα και δεν απαιτούν μυημένους αναγνώστες αλλά δεν απευθύνονται και σε «τεμπέληδες» της σκέψης.

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η αλλοτρίωση των συναισθημάτων στην εποχή μας, αλλά και η έντονη πολιτική κριτική μαζί με τον σαρκασμό αλλά και τον αυτοσαρκασμό δίνονται με χιούμορ αλλά και κριτικάρονται με ένταση και ενώ πολλές φορές απλά αποτυπώνονται συχνά προτείνεται και νέος τρόπος θεώρησης των πραγμάτων.

Ανήρ ο πολιτικός
(Ντέμης Κωνστντινιδης, Κι όμως γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, University Studio Press, 2013)

Εννέα στις δέκα ο καθρέπτης
(Παρών από γεννησιμιού)
Δείχνει στο τζάμι μια μαιμού…

Γεννημένος το 1976 στην Θεσσαλονίκη όπου ζει και σήμερα, ο Ντέμης Κωνσταντινίδης είναι Ιστορικός – Αρχαιολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Μουσειολογία. Το «Κι όμως γελούν καλύτερα οι τζίτζικες» είναι ένα μικρό διαμάντι από αυτά που μια ανάγνωση δεν αρκεί.

Κομπόστα ροδάκινο
(Ντέμης Κωνστντινιδης, Κι όμως γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, University Studio Press, 2013)

Γυρνώντας σπίτι απ’ τη δουλειά
Δεν βγάζεις λέξη ούτε μιλιά
Κοιμάσαι – τρως σαν κουρδισμένος
Αχάριστος; Έχεις δουλειά…
(Είναι δεμένα τα σκυλιά!)
Θα ΄πρεπε να ΄σαι ευτυχισμένος…

-Πόσοι και πόσοι!
(Δειλή καρδιά..)
Φύγαν στον πόλεμο
Για τα καλά…
-Μίλα σιγά…
Έχουμε πόλεμο…
Κι ακούνε τόσοι!

Ακολουθεί συνέντευξη που ευγενικά μας παραχώρησε ο ποιητής.

Κύριε Κωνσταντινίδη, επιλέξατε να δώσετε συνέντευξη σε έναν μικρής δημοτικότητας ερασιτεχνικό ιστότοπο. Πιστεύετε ότι μπορεί να σας βοηθήσει αυτό με κάποιο τρόπο; Δεν θα προτιμούσατε μια συνέντευξη σε ένα μεγάλο λογοτεχνικό περιοδικό για παράδειγμα και  από έναν καταξιωμένο κριτικό; 

Θεωρώ τον ιστότοπό σας πολύ αξιόλογο. Η επιλογή μου, ασφαλώς, δεν έγινε τυχαία. Αυτό που με ενδιαφέρει, πέρα από την όποια προβολή του έργου μου, είναι η έντιμη προσέγγισή του. Δεν έχουν λείψει, σε «έγκυρα» μέσα, τα παραδείγματα «χαϊδέματος αυτιών» ή οι περιπτώσεις κακοπροαίρετων κριτικών. Συνηθέστερα, βέβαια, είναι τα πρώτα (γέλια), γιατί και στον χώρο αυτόν, το πολυτιμότερο, ίσως, εφόδιο είναι οι στενοί κύκλοι γνωριμιών... Η ποίηση, όμως, αν και θεωρείται δύσκολο είδος, σίγουρα δεν απευθύνεται σε κάστες. Είναι φτιαγμένη για το φως, δεν αποκλείει κανέναν, ακόμη κι όταν πηγάζει απ’ την πιο απόμερη ερημιά.


Πόσο επώδυνο είναι για τις μέρες μας να είναι κάποιος ποιητής; Το λέτε σε παρέες όταν σας ρωτούν τι γράφετε; Δεν αντιμετωπίσατε ποτέ παράξενα βλέμματα αν όχι σχόλια, του τύπου « καλά ο τύπος έχει ξεφύγει, γράφει ποιήματα…»;

Ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης γι’ αυτό το φαινόμενο της απαξίωσης, αναλογεί σε όσους ασχολούμαστε με την ποίηση. Πώς επικοινωνούμε την κοσμοαντίληψή μας; Πιστεύουμε, πράγματι, ότι κομίζουμε έναν γνήσιο προβληματισμό για όσα φριχτά συμβαίνουν γύρω μας; Γιατί οφείλουν οι «άλλοι» να μας καταλάβουν; Προσωπικά, πιστεύω στην ειλικρίνεια του στίχου, ως απότοκο μιας βιωμένης εμπειρίας που μένει σαν καταστάλαγμα, όταν έχει δύναμη. Θα μπορούσα να υπερασπιστώ τους στίχους μου απέναντι σε οποιαδήποτε «καχύποπτη παρέα».

Αν και η πεζογραφία στην εποχή μας έχει αρκετό υλικό να δώσει ασχέτως ποιότητας, τουλάχιστον πολλοί έχουν στην κατοχή τους ένα μυθιστόρημα ή διήγημα  του οποίου ονειρεύονται την έκδοση, εντούτοις έχω την αίσθηση ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με την ποίηση. Δεν βλέπω πολλές συλλογές στα ράφια των βιβλιοπωλείων ενώ στους λογοτεχνικούς κύκλους ακούω ολοένα και λιγότερους  να ασχολούνται με το είδος αυτό. Συμφωνείτε με την διαπίστωση και αν ναι γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει;

Η εξήγηση είναι απλή. Την έχω λάβει κι εγώ κάποτε, ως απάντηση, στις εναγώνιες προσπάθειές μου: «Η ποίηση δεν πουλάει...». Δεν ακούγεται μόνο χυδαία, είναι χυδαία. Θα το διατύπωνα κάπως διαφορετικά: «Η ποίηση δεν βολεύει...». Κι ενώ υπάρχουν πολλές καλές συλλογές σε συρτάρια, παραμένουν εκεί επ’ αόριστον. Όσο για την πεζογραφία, το 90% της παραγωγής έχει ακολουθήσει το εύκολο μονοπάτι του σοφτ πορνό, ανιχνεύοντας -πολύ εύστοχα- τα καταπιεσμένα ένστικτα, τα συσσωρευμένα απωθημένα, την πλαδαρότητα της ζωής του σύγχρονου αναγνώστη.


Αν και νέος στην ηλικία η ποίηση σας θυμίζει κάτι από ποιητές μεσοπολέμου. Χαμηλών τόνων, έντονη εμμονή στον εσωτερικό ψυχισμό, απαισιοδοξία και λίγο πιο ελεύθερο στυλ. Έχω πέσει μέσα;

Έχετε δίκιο. Είναι μια γενιά που με επηρέασε πολύ. Το ομολογώ ακόμη από τον πρόλογο της πρώτης μου συλλογής («Διαθέσεις», 2009). Καλλιτεχνικά, είναι μια αδικημένη γενιά. Οι περισσότεροι εκπρόσωποί της -πλην του Καρυωτάκη- χαρακτηρίστηκαν «ελάσσονες» ποιητές, αξιακή κατηγοριοποίηση με την οποία δεν συμφωνώ καθόλου. Παρ’ όλες τις δημοσιεύσεις και τις ανθολογήσεις που έχουν δει το φως κατά καιρούς, έχω την εντύπωση ότι, μέχρι σήμερα, δεν έτυχαν της αναγνώρισης και της προβολής που τους άξιζε (αν και το διαδίκτυο άρχισε και εδώ να ανοίγει δρόμους). Ίσως γιατί το «χαμηλόφωνος» σε αυτήν την χώρα συνήθως παρεξηγείται. Είμαστε συνηθισμένοι στο νταβαντούρι...
 
Η έκταση της συλλογής ήταν μάλλον μεγάλη τουλάχιστον σε σχέση με τον μέσο όρο των συλλογών που κυκλοφορούν. Είστε πολυγραφότατος ή οι άλλοι γράφουν  λίγο; (γέλια)

Υπάρχει πλήθος ερεθισμάτων, που ενεργοποιούν την επιθυμία μου να γράψω. Πρόκειται, συνήθως, για στιγμιαία παρόρμηση, η οποία μετασχηματίζεται σ’ έναν πρώτο στίχο, που «χοροπηδά» επίμονα στο κεφάλι μου. Πολύ συχνά, δεν αναπτύσσεται παραπάνω από την έκταση μιας στροφής. Άλλοτε, πάλι, ξεχνιέται εντελώς. Όταν το υλικό που προκύπτει, αρχίζει να πυκνώνει, σκέφτομαι το ενδεχόμενο της επιλογής ενός «σώματος» ποιημάτων, μιας -εν δυνάμει- ποιητικής συλλογής. Η τελευταία ήταν, όντως, λίγο μεγάλη: 88 σελίδες... (γέλια).
 
Τελικά γελούν όντως καλύτερα οι τζίτζικές;

Αν και διοικούμαστε από μυρμήγκια, που προσπαθούν να μας καταστήσουν κι εμάς χαμερπή έντομα του ιδίου αναστήματος, νομίζω πως ναι, τελικά θα γελάσουν καλύτερα! Το τραγούδι τους, κάποια μέρα, θα ξανακουστεί.

Πιστεύετε ότι στην σημερινή εποχή υπάρχουν αξιόλογοι σύγχρονοι μας Έλληνες ποιητές;

Ασφαλώς! Τους περισσότερους δεν τους γνωρίζουμε ακόμα... (γέλια).
 
Πόσο απέχει στην ποίηση ένα σημαντικό ποίημα που ο ποιητής καταθέτει την ψυχή του και μαγεύει τον αναγνώστη του,  από το να γίνει έργο του ποιητή φανφάρα; (γέλια)

Νομίζω ότι ο κριτικός του μέλλοντος θα έχει εύκολη δουλειά. Οι Φανφάρες και οι φανφαρόνοι γενικά, ξεσκεπάζονται εύκολα, γιατί δεν κουβαλούν καμιάν αλήθεια στο έργο τους, πέρα από στείρα εγωπάθεια. Αυτό δεν σημαίνει πως, στον καιρό τους, δεν μπορεί να τύχουν αναγνώρισης, εγκωμιαστικών σχολίων ή τιμητικών διακρίσεων, ανάλογα με το πόσο ανώδυνη, ακίνδυνη ή και εξυπηρετική είναι η ποιητική τους για το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα.

Τι σας αρέσει να διαβάζετε κύριε Κωνσταντινίδη;

Λατρεύω το σύμπαν του Πόε. Μου αρέσει πολύ η αμεσότητα της αμερικανικής σχολής, το λεπτό χιούμορ των διηγημάτων του Τσέχωφ, ελληνικά λογοτεχνικά έργα συγχρόνων, που βρίσκω ελεύθερα στον ιστό ή από χέρι σε χέρι (π.χ. πρόσφατα το θεατρικό «Πλατεία Συντάγματος»), οι πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης και πολλά άλλα. Στενοχωρήθηκα που σταμάτησε η έκδοση του ελληνικού «Μίκυ Μάους». Η γενιά μου, μάλλον του χρωστά την μάθηση της ορθογραφίας, καθώς ήταν απείρως ελκυστικότερο (ίσως και πιο ενδιαφέρον) από τα Αναγνωστικά του Δημοτικού, που έβριθαν διδακτισμού...

Να περιμένουμε κάτι άλλο από εσάς στο μέλλον;


Κάτι βρίσκεται στα σκαριά. Πιθανόν να κυκλοφορήσει μέχρι τον Ιούνιο. Θα είναι η τέταρτη συλλογή μου. Λεπτομέρειες θα πληροφορηθείτε από τον προσωπικό μου ιστότοπο:  http://skorpieslekseis.blogspot.gr

Θα πρέπει να πάρετε μαζί σας ένα και μόνο ποίημα. Ποιο θα ήταν; Θα το μοιραστείτε μαζί μας; 

Θα μπορούσα να πάρω και μόνο ένα δίστιχο, όχι δικό μου: Περπατώντας αργά στην προκυμαία, «Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!». Σας ευχαριστώ πολύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου