Θωμάς εκ Κέμπης

Αναζήτησα την γαλήνη παντού και πουθενά δεν τη βρήκα, παρά σε μια γωνιά μ'ένα βιβλίο. (Θωμάς ο εκ Κέμπης, 1471)

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

«Ανεκπλήρωτοι φόβοι», Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Εκδόσεις Πολύτροπον, 2013, Σελ. 56
Επανέκδοση: Εκδόσεις Μελάνι, 2016, Σελ 56


Από την πρώτη λέξη, η ποιητική συλλογή του εικοσιοκτάχρονου ποιητή από την Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου, τοποθετεί τον αναγνώστη σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα, ένα μείγμα Καφκικού φόβου και Καρυωτακικού πεσιμισμού.  Μέσα από σουρεαλιστικές καταστάσεις που ισορροπούν με την παραφροσύνη και απελπισμένες προσπάθειες φωνών να ακουστούν και να αντιδράσουν, ο κόσμος του Γκέζου δεν παραιτείται αλλά συνεχίζει να μάχεται μέχρι το τέλος, παρόλο που αυτό στον κόσμο των «ανεκπλήρωτων φόβων» είναι γνωστό από την  αρχή.

 "ειδοποιητήριο θανάτου"

 Περπατούσα και είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.

"Τον αγαπητό μας εχθρό
κι αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι".

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Έναν μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ' τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται 'δω πέρα ξένοι.

 
Άλλωστε και η ίδια η φύση περιμένει την φθορά, μόνο ο χρόνος να περάσει απομένει και αυτός όμως, ο ίδιος ο χρόνος, φθείρεται και χάνεται και ανήμπορος πια να γιατρέψει, κοιτάει αμέριμνος και περιμένει το τέλος.


…μα γιατί από το σκοτάδι δεν τη γλιτώνει
Ούτε εκείνο το θαύμα ο ήχος…

…Δεν φοβάσαι τον ουρανό,
Αυτός παρηγοριά μεγάλη
Άντε να πέσει, να τελειώνουμε…

…Χρόνος δεν υπάρχει
θα κρύβεται κάτω από το κρεβάτι
γιατί με φοβάται…
 


Το εξωτερικό περιβάλλον, περιβάλλον συνωμοσίας, κλειστοφοβικό, ώμο και απαιτητικό, δύσκολο να γίνει ανεκτό.

ηδονίζονται

Με ρωτούν στον δρόμο οι περαστικοί:
Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;
Ηδονίζονται να το ακούν:
Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.
 

Οι «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι» αποτελούν την σύγχρονη ωδή στο τέλος που θα έρθει για τα πάντα. Δεν μάχονται αλλά και δεν υποχωρούν. Είναι εδώ, παραμένουν εδώ για να υπογραμμίσουν όλα όσα είναι μέσα μας, μέσα στην  σκέψη μας. Δεν αστειεύονται, δεν λοιδορούν ούτε φλυαρούν και χρονοτριβούν. Κατευθείαν στο θέμα, δίνουν στην πιο σκοτεινή μας σκέψη υπόσταση και την αποτυπώνουν στο χαρτί όπου με την ανάγνωση την ξορκίζουν.

Ο Γκέζος με λογοτεχνική αρτιότητα, εξαιρετικό χειρισμό της γλώσσας και εσωτερική ωριμότητα δημιούργησε μια κραυγή που παγώνει την οθόνη της καθημερινότητας  και αποτυπώνει την χαραγμένη πορεία προς ένα προδιαγεγραμμένο τέλος. 


Ολοκληρώνουμε την παρουσιάση με ένα αδημοσίευτο ποίημα που  μας παραχώρησε ο ποιητής και δειχνει κατα την γνώμη μας την ποιητική δεινότητα του.

απολογία στον πατέρα (αδημοσίευτο)

Φτωχέ πατέρα σχώρα με
που δεν σου έξυσα την πλάτη,
που σε ρούφηξα και σε ξέρανα και σε κρέμασα
στον τοίχο
απ’ τον σβέρκο με τσιγκέλι
να σε δείχνω στους καλεσμένους μου
τα βαρετά τα βράδια του Σαββάτου,
που σε σημάδευα με το δάχτυλο όταν κάποιος
λιμοκοντόρος με κοστούμι με ρωτούσε
«κι εσύ, γιατί έτσι έχεις καταντήσει;»


Χειρότερα, πατέρα
σχώρα με
που το δέρμα σου στέγνωσα στον ήλιο
και πάνω του έγραψα
τα ποιήματά μου.


Ακολουθεί συντομή συνενετυξη που ευγενικά μας παραχωρησε ο ποιητής.

Χρήστο γεια χαρά! Θέλω να ξεκινήσουμε ρωτώντας σε πως αισθάνεσαι, που από την πρώτη σου συγγραφική προσπάθεια γνώρισες αποδοχή από το κοινό, αρκετές διακρίσεις, δημοσιεύσεις σε τύπο και internet, αλλά και μια σημαντική κατ εμέ διάκριση, το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2013;
 

Γεια σου Απόστολε! Μια λέξη θα ήταν «παράξενα». Όταν έγραφα πριν από την έκδοση των ποιημάτων δεν είχα καμία επαφή με τον χώρο και τους ανθρώπους του, οπότε δεν είχα και καμία ιδέα για το πώς φαίνονταν τα κείμενά μου σε άλλους. Απλώς έγραφα στο φοιτητικό μου γραφείο ό,τι μου κατέβαινε, για τους δικούς μου λόγους. Όταν άρχισαν να με προσεγγίζουν άνθρωποι και να μου λένε ότι τους είχαν συγκινήσει τα ποιήματά μου ήμουν επιφυλακτικός γιατί φοβόμουν ότι δεν ήταν τίποτα πέρα από κολακεία, αλλά σιγά σιγά καθώς αυτές οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν άρχισα να τις λαμβάνω υπόψη μου και φυσικά να αισθάνομαι χαρά και ικανοποίηση. Το βραβείο ήταν μια επισφράγιση όλων αυτών, αλλά γρήγορα το ξεχνάς και πας παρακάτω.

Που πιστεύεις ότι οφείλεται το ότι ξεχώρισες σε μια εποχή συγγραφικής υπερπροσφοράς (αν συμφωνείς) όπου πολλά καλά έργα χάνονται;

Υπερπροσφορά δεν ξέρω αν υπάρχει, αλλά σίγουρα εκδίδονται αρκετά έργα κάθε χρόνο, ιδίως στην ποίηση. Όσο για το αν έχω ξεχωρίσει, αυτό ελπίζω να μπορώ να το πω στο μέλλον όταν θα έχω βγάλει και μερικά βιβλία ακόμα.

Διαπιστώνω ότι το έργο σου τυγχάνει μιας όχι υπερβολικής αλλά αρκετά καλής προώθησης. Υπάρχει συγκεκριμένο πλάνο marketing ή απλά αγαπήθηκε και κατά συνέπεια επικοινωνήθηκε από τους ανθρώπους του χώρου;

Δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο πλάνο. Οι περισσότεροι εκδοτικοί όπως και οι συγγραφείς τους κάνουν λίγο πολύ τα ίδια στοιχειώδη βήματα για να φτάσει το εκάστοτε έργο σε έναν ικανοποιητικό αριθμό αναγνωστών. Από εκεί και έπειτα υπάρχουν πολλοί παράγοντες που θα συμβάλλουν στο πόσοι τελικά θα ακούσουν ή θα διαβάσουν το βιβλίο: η ποιότητά του, το είδος, το θέμα, οι δυνατότητες του εκδοτικού οίκου, η συγκυρία, η τύχη.

Οι ανεκπλήρωτοι φόβοι αλλά από όσο γνωρίζω και το σύνολο του μέχρι στιγμής έργου σου χαρακτηρίζονται από την πεσιμιστική διάθεση. Πιστεύεις σε αυτή την αισθητική, είναι κάτι βιωματικό που πηγάζει από μέσα σου ή απλά άποψη;

Είναι μια δική μου ερμηνεία της πραγματικότητας, ή μια εκδοχή αυτής. Ίσως ακούγεται κοινότοπο και στομφώδες αλλά άμα βάλεις την ύπαρξη στο μικροσκόπιο και την αναλύσεις στα συνθετικά της στοιχεία, στο τέλος όλοι βγαίνουμε χαμένοι. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως η ζωή στο ενδιάμεσο δεν μπορεί να είναι και υπέροχη και πανέμορφη, όπως μπορεί να είναι και οδυνηρή και αβάσταχτη· και αυτό είναι κάτι που θέλω να φαίνεται στα κείμενά μου. Αντιπαθώ τις μονολιθικές προσεγγίσεις, και ιδιαίτερα όσον αφορά την ύπαρξη που αποτελεί ένα πολυπρισματικό φαινόμενο, το οποίο περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν έχουμε να κάνουμε με την πρόσληψή του από την ανθρώπινη συνείδηση. Ο θρήνος και η απελπισία απέναντι στον θάνατο άλλωστε δεν δείχνουν τίποτα άλλο από μια βαθιά και εμπεδωμένη αγάπη για τη ζωή.

Στην συλλογή σου «ανεκπλήρωτοι φόβοι», αν και υπάρχουν ψήγματα σαρκασμού δεν υπάρχει χιουμοριστική διάθεση που συχνά συνοδεύει την σχολή ποιητών αντίστοιχης κουλτούρας, τουλάχιστον έτσι το εισέπραξα εγώ δεν ξέρω αν έκανα λάθος. Στην δική σου περίπτωση ένιωσα ότι τα συναισθήματα στα οποία υποβάλλουν τα ποιήματα σου είναι γραμμικά και συγκεκριμένα χωρίς να δίνουν περιθώριο στον αναγνώστη για άλλοθι ή αμφιβολίες για το αν οι φόβοι θα εκπληρωθούν ή όχι. Ισχύει κάτι τέτοιο;
 

Στα ποιήματα πράγματι υπάρχει σε κάποια σημεία χιούμορ με τη μορφή του σαρκασμού. Στη Λάσπη επίσης υπάρχει ένα τέτοιου είδους χιούμορ σε μεγαλύτερες δόσεις, και σε κάποια διηγήματά μου ακόμη πιο ξεκάθαρα. Από εκεί και πέρα, αυτό που πιστεύω ή θέλω να χαρακτηρίζει τη συλλογή, κάτι που φαίνεται και από τον τίτλο, είναι μια αμφιθυμία απέναντι στον φόβο: ο αφηγητής των συχνά εφιαλτικών σκηνών ίσως επιθυμεί ενδόμυχα την εκπλήρωσή τους, γιατί είναι κι αυτό μια διατάραξη της κανονικότητας, μια ρυτίδα στην επίπεδη λίμνη του χρόνου, μια προσδοκία, για κάτι.

Ποια είναι η γνώμη σου για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία; Υπάρχουν καλά έργα; Είναι αρκετά;

Υπάρχουν αρκετοί καλοί νέοι ποιητές και πεζογράφοι. Έχω παρατηρήσει (μπορεί να κάνω και λάθος) ότι στην Ελλάδα, από την πλευρά των αναγνωστών κυρίως, εκδηλώνεται ένας σνομπισμός απέναντι στην ελληνική λογοτεχνία. Δεν είναι λίγοι αυτοί που λένε «δεν διαβάζω Έλληνες» και αγνοούν ακόμα και συγγραφείς που έχουν διαγράψει μια πορεία χρόνων στον χώρο με σημαντικά βιβλία, όχι μόνο τους νέους, ενώ την ίδια στιγμή πειραματίζονται με όποιο μεταφρασμένο κείμενο κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά – αυτά ισχύουν πιο πολύ για την πεζογραφία. Η αλήθεια είναι πως στατιστικά και μόνο όταν έχουμε μια δεξαμενή βιβλίων από όλο τον κόσμο, από τη μία, και μια δεξαμενή από μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα από την άλλη, τα ξένα σημαντικά έργα θα είναι σαφώς περισσότερα. Πέρα από τη δικαιολογημένη αυτή επιφύλαξη όμως, νομίζω πως συχνά φτάνουμε σε μια βασισμένη στην προκατάληψη υπερτίμηση κάποιων ξένων βιβλίων. Κάτι που πιστεύω πάντως ότι λείπει από την ελληνική λογοτεχνία είναι η εξωστρέφεια και η οικουμενικότητα: η ενασχόληση δηλαδή με θέματα που αφορούν διαχρονικά τον άνθρωπο και την ανθρώπινη εμπειρία, έξω από τα δεδομένα της στενής ελληνικής πραγματικότητας και ιστορίας.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου ξένος και ποιος Έλληνας συγγραφέας;
Από ξένους θα έλεγα τον Κάφκα, που τον αγαπώ σε ένα επίπεδο πέρα από το λογοτεχνικό. Από Έλληνες θα έλεγα έναν ποιητή, τον Σαχτούρη, για τον ίδιο ίσως λόγο.

Ποια είναι τα πέντε πιο αγαπημένα σου βιβλία, αυτά που θα έπαιρνες αν έπρεπε να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου με αυτά σε ένα ξερονήσι;
 

Δεν είμαι καθόλου καλός στις λίστες. Θα έλεγα: Η Δίκη, Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ, Το Μαγικό Βουνό, Ο Βίος και η Πολιτεία του Σκρουτζ Μακ Ντακ, Πώς να αποδράσετε από ένα ξερονήσι.

Δώσε μας μια ιδέα από το τι ετοιμάζεις για το μέλλον
 

Το φθινόπωρο θα εκδοθεί το τρίτο μου βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Τραμπάλα, από τις εκδόσεις Μελάνι.

Χρήστο σε ευχαριστώ πολύ που με τίμησες με αυτή την κουβέντα. Θέλω να κλείσουμε με ένα σχόλιο σου για την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα μας.
 

Ευχαριστώ κι εγώ Απόστολε. Για την κατάσταση στη χώρα δεν έχω να προσθέσω κάτι καινοφανές ή ιδιαίτερα ενδιαφέρον, παρά μόνο ότι είναι μια κατάσταση που αν βελτιωθεί κάποια στιγμή τα επόμενα χρόνια δεν θα πρόκειται για μια θεαματική βελτίωση αλλά μια προσαρμογή σε ένα λίγο πολύ σταθερό πλέον πλαίσιο, το οποίο σχετίζεται και με μια επισφαλή πορεία στην οποία φαίνεται να έχει μπει ολόκληρος ο πλανήτης.

 

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Η αλογόμυγα, Νίκος Παπαδόπουλος




Εκδόσεις Δίαυλος
Σελ. 128

Αναζητώντας για ευκαιρίες στο παζάρι βιβλίου των εκδοτών της πλατείας Κοτζιά, αρκετά γνωστό στους βιβλιόφιλους,  και έχοντας ήδη υπό μάλης τους νέγρους του Ζαν Ζενε και τον Κότλερ για το Marketing, βλέπω από μακριά ένα γνώριμο εξώφυλλο, την αλογόμυγα του Νίκου Παπαδόπουλου. Διαδικτυακοί γνώριμοι από καιρό, έχοντας συμμετάσχει από κοινού σε λέσχες βιβλίου και βιβλιοφιλικά group αγόρασα το βιβλίο του χωρίς δεύτερη σκέψη.

"Η αλογόμυγα" είναι μια όμορφα επιμελημένη έκδοση από τον Δίαυλο με 128 σελίδες μικρού μεγέθους όπου διαβάζεται απνευστί.

Στην Ελλάδα του (όχι και τόσο μακρινού) μέλλοντος μια νέα πολιτική και κοινωνική κατάσταση έχει διαμορφωθεί. Η δομή της κοινωνίας  έχει αλλάξει,  οι ταξικές διακρίσεις το ίδιο, η μόνιμη πια κυβέρνηση αφού οι εκλογές έχουν καταργηθεί έχει βρει νέους τρόπους να ελέγχει το φρόνημα των πολιτών αλλά όχι την αυξανόμενη εγκληματικότητα. Μέσα σε αυτό το κράμα Καφκικού και Οργουελικού τοπίου, τρεις νέοι θα βρουν την δύναμη να προσπαθήσουν να ανατρέψουν το σκηνικό και να αποδείξουν ότι το καθεστώς μπορεί να είναι προετοιμασμένο για όλα όχι όμως και για μια απόπειρά ανατροπής. Ή μήπως είναι;



Ο Νίκος Παπαδόπουλος γράφει ένα προφητικό κατά την γνώμη μας μυθιστόρημα, με ρυθμό, χιούμορ, απλή αλλά διεισδυτική γλώσσα βάζοντας τον αναγνώστη μέσα στο κλίμα. Το βιβλίο είναι πολυεπίπεδο, τουλάχιστον έτσι το αντιληφθήκαμε εμείς αφού πίσω από την γρήγορη πλοκή, υποβόσκει η κοινωνική και πολιτική κριτική που βάζει τις βάσεις ώστε να αποκρυσταλλώσει την εικόνα της μελλοντικής Ελλάδας και ίσως όχι μόνο.


Ακολουθεί συνέντευξη που ευγενικά μας παραχώρησε ο συγγραφέας.

Νίκο, σου μιλάω στον ενικό καθώς γνωριζόμαστε διαδικτυακά μεν αλλά αρκετό καιρό δε, ελπίζω να μην έχεις πρόβλημα.
Κάθε άλλο, Απόστολε, και εγώ έτσι νοιώθω πιο άνετα.

Μια που ανέφερα το διαδίκτυο ποια η γνώμη σου για την μορφή που έχει πάρει; Αναφέρομαι κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις σχέσεις που εκεί δημιουργούνται. Τελικά βελτιώνουν την ζωή μας; Και σε σχέση με τα βιβλία; Είναι ένα καλό μέσο προώθησης ή τα ανταγωνίζεται;
Θα απαντήσω με μια κοινοτοπία. Όπως με ένα πιρούνι μπορείς να φας ένα ντολμαδάκι αλλά μπορείς να βγάλεις και το μάτι σου, έτσι και εδώ είναι ζήτημα σωστής χρήσης του μέσου.  Στην αρχή δυσκολεύτηκα να το διαχειριστώ και απογοητεύτηκα από την αγριότητα που έδινε η ανωνυμία. Όμως με την σωστή και με μέτρο χρήση  πιστεύω ότι μπορεί να προσφέρει, ειδικά σε άτομα που δεν είναι πολύ κοινωνικά. Μπορεί να χτίσει φιλίες η και σχέσεις μεταξύ ατόμων που χωρίς αυτό δεν θα είχαν έρθει σε επαφή.
Σε σχέση τώρα με το βιβλίο που ρωτάς. Εκεί υπάρχει ένα θεματάκι. Οι διαδικτυακές παρέες αλλά και τα media γενικότερα, δημιουργούν  ψευδή εικόνα αξιολόγησης, ανάλογα με τις δικές τους προτιμήσεις και συμπάθειες, επηρεάζοντας έτσι τις βαθμολογίες, τις κριτικές και τη δημοσιότητα αμφίβολης αξίας βιβλίων. Ασφαλώς όμως η ύπαρξη blog, όπως το δικό σου για παράδειγμα, προσφέρουν ανεξάρτητη πληροφόρηση και ευτυχώς, όπως διαπίστωσα,  τα εμπιστεύεται το σύνολο σχεδόν των βιβλιόφιλων.  

Μέσα σε δύο απογεύματα διάβασα το βιβλίο σου « Η αλογόμυγα». 128 σελίδες μικρού μεγέθους, θα μπορούσα να το είχα διαβάσει και σε πολύ λιγότερο χρόνο. Είναι η πρώτη φορά που ένα τόσο μικρό βιβλιαράκι με εντυπωσίασε πολύ. Ωραία γραφή, ροή και εξέλιξη συμμετρική, εκλεπτυσμένο χιούμορ στην σωστή δόση και πίσω από την επιφανειακή αλλά ενδιαφέρουσα πλοκή δύο επίπεδα. Το πολιτικό – κοινωνικό και το προφητικό. Ειδικά το τελευταίο εύστοχο και με σοβαρότητα νομίζω πως δεν θα πέσει σε τίποτα έξω και αν δεν προλάβουμε να τα δούμε το 2018 σίγουρα δεν είμαστε πολύ μακριά. Τελικά «Η αλογόμυγα» είναι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας ή ένα μετά από προσεγμένη ανάλυση βιβλίο για την μελλοντική πραγματικότητα;
Η Αλογόμυγα γράφτηκε μέσα σε ένα μήνα τον Αύγουστο του 2008, με μια μόνο προσθήκη το Δεκέμβρη, με αναφορά στη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Θυμίζω ότι τίποτε τότε δεν προϊδέαζε για τα επερχόμενα. Το διήγημα μου βγήκε αυθόρμητα σαν αντίδραση στο κακό που έβλεπα, με δρασκελιές να πλησιάζει. Είναι πολιτικοκοινωνικό διήγημα. Απλώς το όχημα είναι επιστημονική φαντασία .  Εγώ το έγραψα για αυτό που λέει ο τίτλος, να ξεκουνήσω κάποιους, με αναφορά στην σωκρατική αλογόμυγα . Σε δεύτερο επίπεδο διάλεξα  να κλείσω συνωμοτικά το μάτι σε κάποιους άλλους, που είναι πιο κοντά στις αντιλήψεις μου και θα χαμογελάσουν ίσως με την ειρωνική αποδόμηση θεσμών και καταστάσεων .  Στόχος μου ήταν να προβληματίσω και στο μέτρο του δυνατού , νομίζω ότι το πέτυχα. Και η δική σου επιλογή για αυτή τη συνέντευξη μου το επιβεβαιώνει.

Υπάρχουν σήμερα «αλογόμυγες»;
Τώρα με σκοτώνεις. Να ξερες πόσο εύχομαι να υπάρχουν αλλά να ξερες επίσης  και πόσο αμφιβάλλω για αυτή την πιθανότητα. Σε μια εποχή όπου παγκόσμια χάνεται και ο ελάχιστος απόηχος του διαφωτισμού, ο εγωκεντρισμός σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο θεριεύει και  ολοκληρωτικές αντιλήψεις επικρατούν  φοβάμαι  ότι ρομαντικές αλογόμυγες δεν  μπορούν να υπάρξουν. Ίσως μια δραματική εξαθλίωση να τις ξαναγεννούσε, αλλά κάτι τέτοιο  προϋποθέτει ένα ζόφο που τον απεύχομαι.

Νίκο πως βλέπεις την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική σκηνή; Έχω μια άποψη πως δεν κυκλοφορούν πολλά καλά βιβλία. Ισχύει ή δεν είμαι καλά ενημερωμένος;
Έχεις δίκιο, κυκλοφορούν ελάχιστα καλά βιβλία. Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι δεν υπάρχουν συγγραφείς που θα μπορούσαν να  δώσουν ένα βιβλίο με ψυχή, με πρωτοτυπία σε περιεχόμενο και ύφος. Πιστεύω ότι υπάρχουν. Όμως από τη μια η εμπορική επιλογή των εκδοτών για σπρώξιμο των ευπώλητων αναγνωσμάτων κομμωτηρίου και από την άλλη η έλλειψη αισθητικής και περιεχομένου των ανθρώπων  που καθοδηγούν τις προτιμήσεις, κάνουν δύσκολη την έκδοση και κυρίως την προβολή αξιόλογων προσπαθειών. Έχοντας την εμπειρία των τριών βιβλίων μου που έχουν εκδοθεί, και με την μικρή ενασχόληση μου με τον χώρο θα σου πω το εξής. Γνωρίζω προσωπικά καμιά δεκαριά άτομα που έχουν εκδώσει βιβλία σε διάφορους εκδοτικούς οίκους, μόνο όποιων  έσπρωξαν είτε ο εκδότης, είτε κάποια λόμπι έχουν ακουστεί τα βιβλία. Και κατά τη δική μου εκτίμηση, δεν έχουν ακουστεί αυτά που άξιζαν περισσότερο.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου ξένος και ποιος Έλληνας συγγραφέας;
Αφού λες ο αγαπημένος και όχι ο καλύτερος, σχετικά εύκολα απαντώ. Αγαπημένος Έλληνας είναι ο Εμπειρίκος και ξένος ο Χάξλευ. 

Ποια είναι τα πέντε πιο αγαπημένα σου βιβλία, αυτά που θα έπαιρνες αν έπρεπε να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου με αυτά σε ένα ξερονήσι;
Κοίτα για το ξερονήσι θα προτιμούσα μια εγκυκλοπαίδεια, ίσως του Ηλίου με την οποία μεγάλωσα. Πέντε όμως  από τα αγαπημένα μου βιβλία είναι: 1. «Οι αόρατες πόλεις»  του Ίταλο Καλβίνο, 2. «Ο γενναίος νέος κόσμος»  του Άλντους Χάξλευ 3. «Να έχεις η να είσαι» του Έριχ Φρομ 4. «Η χαμένη άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα  5. «Ο Προμηθέας δεσμώτης»  του Αισχύλου. Και ασφαλώς αδικώ καμμιά δεκαριά άλλα.

Γνωρίζω ότι έχεις αρκετά καλή ιστορική μόρφωση αλλά και πολιτική και κοινωνική άποψη. Όλα αυτά είναι έντονα στα γραπτά σου. Θεωρείς ότι είναι απαραίτητα στοιχεία για ένα συγγραφέα ή το συναίσθημα αρκεί για να γράψει κανείς ένα καλό βιβλίο;
Όχι δεν πιστεύω στην χρησιμότητα της στείρας γνώσης. Απαραίτητα στοιχεία, κατ’ εμέ,  είναι να έχεις ανοιχτά τα μάτια της ψυχής, να θυμάσαι τις μυρωδιές από αυτά που αγάπησες, να έχεις ταξιδέψει στους ήχους μιας άγνωστης μουσικής, να έχεις νοσταλγήσει τόπους και καταστάσεις που ίσως και να μην υπήρξαν ποτέ , να μην νομίζεις ότι είσαι αυθεντία και να κατέχεις  τη γλώσσα με την οποία θα θελήσεις να καταγράψεις το πόνημα σου.  Εμένα αυτά μου φτάνουν για να μου αρέσει ένα βιβλίο.

Δώσε μας μια ιδέα από το τι ετοιμάζεις για το μέλλον
Δεν έχω ιδέα. Δεν προγραμματίζω πλέον τίποτα, μιας και όποιος το κάνει , αν στήσει αυτί θα ακούσει ένα γέλιο από εκεί πάνω. Έχω μια δυο ιδέες , αλλά το αν θα ολοκληρωθούν εξαρτάται από το αν θα αποφασίσω να δουλέψω σε βάθος και με υπομονή, μιας και αυτά που έχω εκδώσει μέχρι τώρα είναι λακωνικά και απλά λένε μια ιστορία, έτσι όπως θα την έλεγα σε ένα φίλο χωρίς φιοριτούρες και σάλτσες. Λέω λοιπόν, αν υπάρξει επόμενο, να είναι πιανούμενο και όχι σφηνάκι, αλλά πάλι, ποτέ δεν ξέρεις πως μπορεί να μου τη δώσει. Πάντως τρία  διηγήματα μου θα κυκλοφορήσουν σύντομα σε μια ομαδική προσπάθεια που γεννήθηκε από μια διαδικτυακή ομάδα, και αυτό απαντάει, με θετικό πρόσημο, και σε ένα προηγούμενο ερώτημα σου.   

Νίκο σε ευχαριστώ πολύ που με τίμησες με αυτή την κουβέντα. Θέλω να κλείσουμε με ένα σχόλιο σου για την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα μας.
Εγώ σε ευχαριστώ για το χρόνο σου. Επειδή θέλω να αποφεύγω την αρνητική σκέψη, για την κατάσταση που επικρατεί γύρω μας να πω ότι ίσως η ελπίδα να βρίσκεται στην δημιουργία μεγαλύτερης κλίμακας προβλημάτων, στο παγκόσμιο σύστημα, με τρόπο που να υποχρεώνει  τους ρυθμιστές της τύχης μας, να θυσιάσουν το έλασσον συμφέρον  τους στη σωτηρία του μείζονος κεκτημένου τους.


 

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Το χάρισμα της βροχής, Ταν Τουάν Ενγκ

Εκδόσεις Μίνωας
Μετάφραση: Δέσπω Παπαγρηγοράκη
Σελ.590

Μαλαισία, πριν τον Α Παγκόσμιο πόλεμο. O δεκαεξαχρόνος Φίλιπ γνωρίζεται τυχαία με τον υπάλληλο της Ιαπωνικής πρεσβείας Έντο- σαν που έρχεται να εγκατασταθεί στο νησί του πρώτου. Γίνονται φίλοι και ο τελευταίος τον μυεί στην Ιαπωνική πολεμική τέχνη του αϊκίντο. Ο Φίλιπ  νιώθει περήφανος που πλέον έχει βρει έναν φίλο και δάσκαλο που μέσω της πολεμικής τέχνης του μεταλαμπαδεύει τις αρχές της αγάπης και της αρμονίας. Όμως πολύ σύντομα τα δεδομένα θα αλλάξουν. Ο ρόλος του Εντο- σαν γίνεται σκοτεινός και ύποπτος ενώ όταν ο πόλεμος ξεσπάει ο Φίλιπ θα χρειαστεί πολλά αποθέματα ενέργειας για να ανταπεξέλθει σε όσα πρόκειται να συμβούν.

Ο Ταν Τουαν Εγκ έγραψε ένα επικό έργο το οποίο αποτελείται από δυο βιβλία (στον ίδιο τόμο). Στο πρώτο βιβλίο η αφήγηση λαμβάνει χώρα στην Μαλαϊκή χερσόνησο έως και πριν το ξέσπασμα του Β Παγκοσμίου πολέμου εκεί, ενώ στο δεύτερο βιβλίο παρακολουθούμε τα γεγονότα μετά την εισβολή και κυριαρχία των Ιαπωνικών στρατευμάτων.

Το έργο είναι εποχής και όπως τα περισσότερα τέτοιου τύπου έργα έχει μια έντονη περιγραφικότητα, που ίσως κάποιες στιγμές να κουράζει, κυρίως στο πρώτο βιβλίο. Καθώς εξιστορούνται γεγονότα σε μεγάλη χρονικά περίοδο, είναι λογικό (αλλά και λίγο κουραστικό) ο συγγραφέας να προσπαθεί να μας βάλει στο κλίμα της εποχής, αλλά και της κουλτούρας άλλων λαών ειδικότερα αν πρόκειται για δυτικό αναγνώστη. Όμως όταν η πλοκή κορυφωθεί, ειδικά από τα μέσα του πρώτου βιβλίου και σε όλο το δεύτερο ο αναγνώστης αποζημιώνεται αφού οι επικές περιγραφές μπολιάζονται με την δράση και το μυστήριο δημιουργώντας έτσι ένα μοναδικό βιβλίο, από αυτά που δύσκολα αφήνει κάνεις από τα χέρια του.

Ο Ταν Τουαν Εγκ δεν θα παραλείψει σε αυτό το πρώτο του βιβλίο να ενσωματώσει ως κύριο μέρος της υπόθεσης, αλλά χωρίς να απαιτείται πρότερη γνώση από τον αναγνώστη, την Ιαπωνική  πολεμική τέχνη του αϊκίντο στην οποία και ο ίδιος ασκείται. Ο αναγνώστης εισάγεται στον μαγικό αυτόν κόσμο και στις αρχές και την βασική φιλοσοφία της πολεμικής αυτής τέχνης που αποτελεί και φιλοσοφία ζωής.