Θωμάς εκ Κέμπης

Αναζήτησα την γαλήνη παντού και πουθενά δεν τη βρήκα, παρά σε μια γωνιά μ'ένα βιβλίο. (Θωμάς ο εκ Κέμπης, 1471)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

«Μοναχοπαίδι», Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου





Εκδόσεις Βακχικόν, 2016
38 σελ.


Η πρώτη ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου με τίτλο «Μοναχοπαίδι», μας ενθουσίασε όχι μόνο γιατί είναι βγαλμένη μέσα από την ψυχή της ποιήτριας, (όπως άλλωστε σχεδόν όλες οι πρώτες συγγραφικές απόπειρες και ειδικά στην ποίηση), αλλά και για την άρτια τεχνική και χρήση της ποιητικής φόρμας.

Σαν μια επιστολή, έναν φόρο τιμής σε έναν αγέννητο αδερφό και την οικογένεια του, το «Μοναχοπαίδι» υποβάλει σε έντονα συναισθήματα που εναλλάσσονται μεταξύ θλίψης, αισιοδοξίας (που όμως τελειώνει σύντομα), κυνισμού και συγκίνησης.

Κοιμούνται, δε θα ανοίξω φως.
Θεωρητικά μου είναι οικείος ο χώρος – στο σκοτάδι
(νομίζεις πως ξέρεις το σπίτι που μεγάλωσες)


Η ποιήτρια, επιλεκτικά αθυρόστομη, άλλοτε για να ξορκίσει και άλλοτε για να χλευάσει.

…υπάρχει ένα όνομα για αυτόν
που κυνηγάει τον πόνο….
…Λέγεται μαλάκας


Παλεύω τουλάχιστον για την Δευτέρα
(να μην έρθει)
Η πουτάνα πάντα έρχεται 


Εξαιρετική και στην μετάδοση συναισθημάτων
 
Βιώνω μια απίστευτη ένταση
-παρά τον υποτονικό τρόπο ζωής μου


αλλά και των εικόνων 

Όταν περιμένω τα λεωφορεία
Λιώνω ξένα αποτσίγαρα στο πεζοδρόμιο…


Αν το ζητούμενο στην ποίηση, είναι ο κάθε αναγνώστης να βρει τον εαυτό του μέσα από αυτή, τότε για εμάς η Σωτηράκογλου κατορθώνει να μας το δώσει στον μέγιστο βαθμό. Αν πάλι κάποιος θέλει απλά να περάσει καλά, αξίζει να διαβάσει το «Μοναχοπάιδι» γιατί σέβεται την αισθητική ενώ κατορθώνει να είναι άρτιο τεχνικά.

Μια συλλογή από τις ελπιδοφόρες για το μέλλον της ελληνικής ποίησης.


Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1990 στη Θεσσαλονίκη. Πήρε πτυχίο στην Παιδαγωγική και εργάζεται ως δασκάλα. Παράλληλα παρακολουθεί το Μεταπτυχιακό Δημιουργικής Γραφής που διοργανώνει το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.

Μεγάλωσε σε χωριό δίχως βιβλιοθήκη πράγμα που σημαίνει πως έπρεπε να φτιάξει τη δική της ψάχνοντας, αγοράζοντας και παραγγέλνοντας σε μια εποχή δίχως ίντερνετ ή κάποια καθοδήγηση. Έτσι, κάνοντας κυρίως λάθος επιλογές, διάβασε βιβλία από όλα τα είδη και βρήκε πράγματα που της αρέσουν στο κάθε ένα ξεχωριστά.

Με την ποίηση ήρθε σε επαφή εντελώς τυχαία, όταν στα δέκα της έπεσε πάνω σε μια συλλογή του Καβάφη και διάβασε τα "Τείχη". Έκτοτε μπήκε σε ένα παιχνίδι αναζήτησης, ώστε να φτάσει σήμερα να έχει προτίμηση στην αγγλόφωνη γυναικεία ποίηση.

Ως δασκάλους της αναγνωρίζει τον Ρίλκε, τον Έλιοτ και τον Πάουντ. Θεωρεί πως πιο σημαντικό είναι και θα είναι κάποιος να διαβάζει, παρά να γράφει.

 

Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

«Ανεκπλήρωτοι φόβοι», Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Εκδόσεις Πολύτροπον, 2013, Σελ. 56
Επανέκδοση: Εκδόσεις Μελάνι, 2016, Σελ 56


Από την πρώτη λέξη, η ποιητική συλλογή του εικοσιοκτάχρονου ποιητή από την Χειμάρρα της Βορείου Ηπείρου, τοποθετεί τον αναγνώστη σε μια υποβλητική ατμόσφαιρα, ένα μείγμα Καφκικού φόβου και Καρυωτακικού πεσιμισμού.  Μέσα από σουρεαλιστικές καταστάσεις που ισορροπούν με την παραφροσύνη και απελπισμένες προσπάθειες φωνών να ακουστούν και να αντιδράσουν, ο κόσμος του Γκέζου δεν παραιτείται αλλά συνεχίζει να μάχεται μέχρι το τέλος, παρόλο που αυτό στον κόσμο των «ανεκπλήρωτων φόβων» είναι γνωστό από την  αρχή.

 "ειδοποιητήριο θανάτου"

 Περπατούσα και είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.

"Τον αγαπητό μας εχθρό
κι αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι".

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Έναν μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ' τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται 'δω πέρα ξένοι.

 
Άλλωστε και η ίδια η φύση περιμένει την φθορά, μόνο ο χρόνος να περάσει απομένει και αυτός όμως, ο ίδιος ο χρόνος, φθείρεται και χάνεται και ανήμπορος πια να γιατρέψει, κοιτάει αμέριμνος και περιμένει το τέλος.


…μα γιατί από το σκοτάδι δεν τη γλιτώνει
Ούτε εκείνο το θαύμα ο ήχος…

…Δεν φοβάσαι τον ουρανό,
Αυτός παρηγοριά μεγάλη
Άντε να πέσει, να τελειώνουμε…

…Χρόνος δεν υπάρχει
θα κρύβεται κάτω από το κρεβάτι
γιατί με φοβάται…
 


Το εξωτερικό περιβάλλον, περιβάλλον συνωμοσίας, κλειστοφοβικό, ώμο και απαιτητικό, δύσκολο να γίνει ανεκτό.

ηδονίζονται

Με ρωτούν στον δρόμο οι περαστικοί:
Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;
Ηδονίζονται να το ακούν:
Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.
 

Οι «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι» αποτελούν την σύγχρονη ωδή στο τέλος που θα έρθει για τα πάντα. Δεν μάχονται αλλά και δεν υποχωρούν. Είναι εδώ, παραμένουν εδώ για να υπογραμμίσουν όλα όσα είναι μέσα μας, μέσα στην  σκέψη μας. Δεν αστειεύονται, δεν λοιδορούν ούτε φλυαρούν και χρονοτριβούν. Κατευθείαν στο θέμα, δίνουν στην πιο σκοτεινή μας σκέψη υπόσταση και την αποτυπώνουν στο χαρτί όπου με την ανάγνωση την ξορκίζουν.

Ο Γκέζος με λογοτεχνική αρτιότητα, εξαιρετικό χειρισμό της γλώσσας και εσωτερική ωριμότητα δημιούργησε μια κραυγή που παγώνει την οθόνη της καθημερινότητας  και αποτυπώνει την χαραγμένη πορεία προς ένα προδιαγεγραμμένο τέλος. 


Ολοκληρώνουμε την παρουσιάση με ένα αδημοσίευτο ποίημα που  μας παραχώρησε ο ποιητής και δειχνει κατα την γνώμη μας την ποιητική δεινότητα του.

απολογία στον πατέρα (αδημοσίευτο)

Φτωχέ πατέρα σχώρα με
που δεν σου έξυσα την πλάτη,
που σε ρούφηξα και σε ξέρανα και σε κρέμασα
στον τοίχο
απ’ τον σβέρκο με τσιγκέλι
να σε δείχνω στους καλεσμένους μου
τα βαρετά τα βράδια του Σαββάτου,
που σε σημάδευα με το δάχτυλο όταν κάποιος
λιμοκοντόρος με κοστούμι με ρωτούσε
«κι εσύ, γιατί έτσι έχεις καταντήσει;»


Χειρότερα, πατέρα
σχώρα με
που το δέρμα σου στέγνωσα στον ήλιο
και πάνω του έγραψα
τα ποιήματά μου.


Ακολουθεί συντομή συνενετυξη που ευγενικά μας παραχωρησε ο ποιητής.

Χρήστο γεια χαρά! Θέλω να ξεκινήσουμε ρωτώντας σε πως αισθάνεσαι, που από την πρώτη σου συγγραφική προσπάθεια γνώρισες αποδοχή από το κοινό, αρκετές διακρίσεις, δημοσιεύσεις σε τύπο και internet, αλλά και μια σημαντική κατ εμέ διάκριση, το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2013;
 

Γεια σου Απόστολε! Μια λέξη θα ήταν «παράξενα». Όταν έγραφα πριν από την έκδοση των ποιημάτων δεν είχα καμία επαφή με τον χώρο και τους ανθρώπους του, οπότε δεν είχα και καμία ιδέα για το πώς φαίνονταν τα κείμενά μου σε άλλους. Απλώς έγραφα στο φοιτητικό μου γραφείο ό,τι μου κατέβαινε, για τους δικούς μου λόγους. Όταν άρχισαν να με προσεγγίζουν άνθρωποι και να μου λένε ότι τους είχαν συγκινήσει τα ποιήματά μου ήμουν επιφυλακτικός γιατί φοβόμουν ότι δεν ήταν τίποτα πέρα από κολακεία, αλλά σιγά σιγά καθώς αυτές οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν άρχισα να τις λαμβάνω υπόψη μου και φυσικά να αισθάνομαι χαρά και ικανοποίηση. Το βραβείο ήταν μια επισφράγιση όλων αυτών, αλλά γρήγορα το ξεχνάς και πας παρακάτω.

Που πιστεύεις ότι οφείλεται το ότι ξεχώρισες σε μια εποχή συγγραφικής υπερπροσφοράς (αν συμφωνείς) όπου πολλά καλά έργα χάνονται;

Υπερπροσφορά δεν ξέρω αν υπάρχει, αλλά σίγουρα εκδίδονται αρκετά έργα κάθε χρόνο, ιδίως στην ποίηση. Όσο για το αν έχω ξεχωρίσει, αυτό ελπίζω να μπορώ να το πω στο μέλλον όταν θα έχω βγάλει και μερικά βιβλία ακόμα.

Διαπιστώνω ότι το έργο σου τυγχάνει μιας όχι υπερβολικής αλλά αρκετά καλής προώθησης. Υπάρχει συγκεκριμένο πλάνο marketing ή απλά αγαπήθηκε και κατά συνέπεια επικοινωνήθηκε από τους ανθρώπους του χώρου;

Δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο πλάνο. Οι περισσότεροι εκδοτικοί όπως και οι συγγραφείς τους κάνουν λίγο πολύ τα ίδια στοιχειώδη βήματα για να φτάσει το εκάστοτε έργο σε έναν ικανοποιητικό αριθμό αναγνωστών. Από εκεί και έπειτα υπάρχουν πολλοί παράγοντες που θα συμβάλλουν στο πόσοι τελικά θα ακούσουν ή θα διαβάσουν το βιβλίο: η ποιότητά του, το είδος, το θέμα, οι δυνατότητες του εκδοτικού οίκου, η συγκυρία, η τύχη.

Οι ανεκπλήρωτοι φόβοι αλλά από όσο γνωρίζω και το σύνολο του μέχρι στιγμής έργου σου χαρακτηρίζονται από την πεσιμιστική διάθεση. Πιστεύεις σε αυτή την αισθητική, είναι κάτι βιωματικό που πηγάζει από μέσα σου ή απλά άποψη;

Είναι μια δική μου ερμηνεία της πραγματικότητας, ή μια εκδοχή αυτής. Ίσως ακούγεται κοινότοπο και στομφώδες αλλά άμα βάλεις την ύπαρξη στο μικροσκόπιο και την αναλύσεις στα συνθετικά της στοιχεία, στο τέλος όλοι βγαίνουμε χαμένοι. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως η ζωή στο ενδιάμεσο δεν μπορεί να είναι και υπέροχη και πανέμορφη, όπως μπορεί να είναι και οδυνηρή και αβάσταχτη· και αυτό είναι κάτι που θέλω να φαίνεται στα κείμενά μου. Αντιπαθώ τις μονολιθικές προσεγγίσεις, και ιδιαίτερα όσον αφορά την ύπαρξη που αποτελεί ένα πολυπρισματικό φαινόμενο, το οποίο περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν έχουμε να κάνουμε με την πρόσληψή του από την ανθρώπινη συνείδηση. Ο θρήνος και η απελπισία απέναντι στον θάνατο άλλωστε δεν δείχνουν τίποτα άλλο από μια βαθιά και εμπεδωμένη αγάπη για τη ζωή.

Στην συλλογή σου «ανεκπλήρωτοι φόβοι», αν και υπάρχουν ψήγματα σαρκασμού δεν υπάρχει χιουμοριστική διάθεση που συχνά συνοδεύει την σχολή ποιητών αντίστοιχης κουλτούρας, τουλάχιστον έτσι το εισέπραξα εγώ δεν ξέρω αν έκανα λάθος. Στην δική σου περίπτωση ένιωσα ότι τα συναισθήματα στα οποία υποβάλλουν τα ποιήματα σου είναι γραμμικά και συγκεκριμένα χωρίς να δίνουν περιθώριο στον αναγνώστη για άλλοθι ή αμφιβολίες για το αν οι φόβοι θα εκπληρωθούν ή όχι. Ισχύει κάτι τέτοιο;
 

Στα ποιήματα πράγματι υπάρχει σε κάποια σημεία χιούμορ με τη μορφή του σαρκασμού. Στη Λάσπη επίσης υπάρχει ένα τέτοιου είδους χιούμορ σε μεγαλύτερες δόσεις, και σε κάποια διηγήματά μου ακόμη πιο ξεκάθαρα. Από εκεί και πέρα, αυτό που πιστεύω ή θέλω να χαρακτηρίζει τη συλλογή, κάτι που φαίνεται και από τον τίτλο, είναι μια αμφιθυμία απέναντι στον φόβο: ο αφηγητής των συχνά εφιαλτικών σκηνών ίσως επιθυμεί ενδόμυχα την εκπλήρωσή τους, γιατί είναι κι αυτό μια διατάραξη της κανονικότητας, μια ρυτίδα στην επίπεδη λίμνη του χρόνου, μια προσδοκία, για κάτι.

Ποια είναι η γνώμη σου για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία; Υπάρχουν καλά έργα; Είναι αρκετά;

Υπάρχουν αρκετοί καλοί νέοι ποιητές και πεζογράφοι. Έχω παρατηρήσει (μπορεί να κάνω και λάθος) ότι στην Ελλάδα, από την πλευρά των αναγνωστών κυρίως, εκδηλώνεται ένας σνομπισμός απέναντι στην ελληνική λογοτεχνία. Δεν είναι λίγοι αυτοί που λένε «δεν διαβάζω Έλληνες» και αγνοούν ακόμα και συγγραφείς που έχουν διαγράψει μια πορεία χρόνων στον χώρο με σημαντικά βιβλία, όχι μόνο τους νέους, ενώ την ίδια στιγμή πειραματίζονται με όποιο μεταφρασμένο κείμενο κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά – αυτά ισχύουν πιο πολύ για την πεζογραφία. Η αλήθεια είναι πως στατιστικά και μόνο όταν έχουμε μια δεξαμενή βιβλίων από όλο τον κόσμο, από τη μία, και μια δεξαμενή από μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα από την άλλη, τα ξένα σημαντικά έργα θα είναι σαφώς περισσότερα. Πέρα από τη δικαιολογημένη αυτή επιφύλαξη όμως, νομίζω πως συχνά φτάνουμε σε μια βασισμένη στην προκατάληψη υπερτίμηση κάποιων ξένων βιβλίων. Κάτι που πιστεύω πάντως ότι λείπει από την ελληνική λογοτεχνία είναι η εξωστρέφεια και η οικουμενικότητα: η ενασχόληση δηλαδή με θέματα που αφορούν διαχρονικά τον άνθρωπο και την ανθρώπινη εμπειρία, έξω από τα δεδομένα της στενής ελληνικής πραγματικότητας και ιστορίας.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου ξένος και ποιος Έλληνας συγγραφέας;
Από ξένους θα έλεγα τον Κάφκα, που τον αγαπώ σε ένα επίπεδο πέρα από το λογοτεχνικό. Από Έλληνες θα έλεγα έναν ποιητή, τον Σαχτούρη, για τον ίδιο ίσως λόγο.

Ποια είναι τα πέντε πιο αγαπημένα σου βιβλία, αυτά που θα έπαιρνες αν έπρεπε να περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου με αυτά σε ένα ξερονήσι;
 

Δεν είμαι καθόλου καλός στις λίστες. Θα έλεγα: Η Δίκη, Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ, Το Μαγικό Βουνό, Ο Βίος και η Πολιτεία του Σκρουτζ Μακ Ντακ, Πώς να αποδράσετε από ένα ξερονήσι.

Δώσε μας μια ιδέα από το τι ετοιμάζεις για το μέλλον
 

Το φθινόπωρο θα εκδοθεί το τρίτο μου βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Τραμπάλα, από τις εκδόσεις Μελάνι.

Χρήστο σε ευχαριστώ πολύ που με τίμησες με αυτή την κουβέντα. Θέλω να κλείσουμε με ένα σχόλιο σου για την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα μας.
 

Ευχαριστώ κι εγώ Απόστολε. Για την κατάσταση στη χώρα δεν έχω να προσθέσω κάτι καινοφανές ή ιδιαίτερα ενδιαφέρον, παρά μόνο ότι είναι μια κατάσταση που αν βελτιωθεί κάποια στιγμή τα επόμενα χρόνια δεν θα πρόκειται για μια θεαματική βελτίωση αλλά μια προσαρμογή σε ένα λίγο πολύ σταθερό πλέον πλαίσιο, το οποίο σχετίζεται και με μια επισφαλή πορεία στην οποία φαίνεται να έχει μπει ολόκληρος ο πλανήτης.

 

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Ευλύγιστες Μελαγχολίες, Ντέμης Κωνσταντινίδης


Εκδόσεις Vakxikon.gr

Σελ.40

Είχα αναφέρει σε παλαιότερη ποιητικής συλλογής κριτική μου, του ιδίου μάλιστα ποιητή, την δυσκολία όχι μόνο του να κρίνει κανείς μια ποιητική συλλογή αλλά ακόμη και να κάνει μια απλή παρουσίαση αυτής. Η δυσκολία αυτή έγκειται σε μια σειρά από λόγους με κύριο την μεγάλη δυσκολία της μετάδοσης του παλμού του έργου ώστε να καταλάβει ο υποψήφιος αναγνώστης αν θα του αρέσει ή όχι. 

Όταν τώρα έχει προηγηθεί ακόμη μια κριτική ποιητικής συλλογής του ιδίου ποιητή, το εγχείρημα μάλλον δυσκολεύει. Γιατί συνηθίζεται οι ποιητές όσο μεγάλοι και αν είναι να έχουν στο έργο τους μια κοινή ταυτότητα, μια προσωπικότητα, ένα κοινό χαρακτήρα, μια συνιστώσα που δεν αλλάζει από συλλογή σε συλλογή. Έτσι ακόμη όταν πρόκειται και για μεγάλους ποιητές ενώ θα μπορούσε κανείς να μιλήσει συνολικά για το έργο τους, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μιλήσει για μια συγκεκριμένη συλλογή και να διαφοροποιήσει την παρουσίαση από τις άλλες. Από αυτή την ιδιαιτερότητα πολλών αλλά όχι όλων των ποιητών, συνήθως ξεκινάει και  μα σειρά από άλλα προβλήματα όπως της μονοτονίας, που καταλήγει αναγκαστικά σε μικρό ποσοτικά έργο.

Στην μυθιστορηματική  φόρμα υπάρχουν πολλά και συγκεκριμένα τρικ για να μπορέσει κανείς να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ακόμη και  η ίδια η πλοκή ως έξοδος από την καθημερινότητα, ακόμη και η δυνατότητα του συγγραφέα να επηρεαστεί, να δανειστεί ή και πολλές φορές να κλέψει συγκαλυμμένα είναι γνωστό φαινόμενο. Και αν τα παραπάνω προφανώς δεν αρκούν για να συνθέσουν ένα λογοτεχνικό έργο, συχνά είναι αρκετά για μια εκδοτική επιτυχία. Στην ποίηση τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν υπάρχει πλοκή με ροή, δεν μπορείς να αντιγράψεις, πρέπει να έχεις ταυτότητα δική σου, προσωπικότητα, πρέπει να έχεις κάτι μοναδικό να πεις. 

Θυμάμαι τον Ντίνο Ηλιόπουλο σε γνωστή παλιά κωμική Ελληνική ταινία να λέει στην Αλίκη Βουγιουκλάκη που δεν κατανοούσε το νόημα ενός ποιήματος: « Η ποίηση είναι ποίηση αν δεν την καταλαβαίνει κανείς. Αν την καταλαβαίνουν όλοι δεν είναι ποίηση, είναι τσιφτετέλι». Μέσα από αυτή την χιουμοριστική κινηματογραφική ατάκα βγαίνει μια μεγάλη αλήθεια. Εν ονοματικής υψηλής κουλτούρας και διανόησης  πολλοί έγραψαν ποιήματα τα οποία αν και κανείς δεν καταλάβαινε, λάμβαναν για χρόνια υψηλή θέση στο ευρύτερο λογοτεχνικό τοπίο ενώ οι ίδιοι οι ποιητές χαίρουν διαχρονικά μεγάλης αναγνώρισης.

Με την  μικρή αυτή εισαγωγή είχα ως σκοπό αρχικά  να πω κάποια πράγματα που ήθελα σχετικά με την ποίηση (δικά μου απωθημένα), και από την άλλη να προϊδεάσω για τα λάθη που απέφυγε ο Ντέμης Κωνσταντινίδης στις «Ευλύγιστες Μελαγχολίες». Γιατί η μικρή αυτή ποιητική συλλογή, η οποία είναι η τέταρτη κατά σειρά, του ποιητικά ώριμου πια Κωνσταντινίδη, κατόρθωσε να διαφέρει από την προηγούμενη, ώστε να μην κουράσει με επαναληψιμότητα τον αναγνώστη, αλλά παράλληλα να κρατήσει την ταυτότητα που πρεσβεύει ο ποιητής. 

Με λόγο μεστό, ώριμο αλλά κατανοητό, ο Κωνσταντινίδης συνεχίζει την κριτική της σύγχρονης κοινωνίας και των προβλημάτων της,  κάποιες φορές προτείνει λύσεις και κατευθύνσεις, δηλώνει παρών στον αγώνα μες από ένα μελαγχολικό πρίσμα που έχει επαναλάβει και παλιότερα αλλά σε μικρότερη ένταση.  

Η ανεργία σ ’έχει στοιχειώσει!
Η δυστυχία σου είναι τόση
Που δεν μιλάς, δεν ησυχάζεις
Και δεν κοιμάσαι όταν πλαγιάζεις

Η αλλοτρίωση και η αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στο σύγχρονο αστικό τοπίο είναι έντονα παρούσα και μάλλον πρόκειται για μικρή «εμμονή» του ποιητή που εμάς μας αρέσει πολύ.

Άλλος ένας, πουφ!
Πέταξε για την ανυπαρξία
Γιατί δεν άντεχε την απραξία
Αυτός δεν έμεινε στην απραξία
Να μην τον κρίνεις!
Καμία ρετσίνα που και που
Στην μνήμη του να πίνεις. 

Η μελαγχολία είναι παρούσα σε κάθε λέξη, φράση και έννοια λες και αυτή η συλλογή είναι ότι απέμεινε μετά την εξάντληση όλων των άλλων εκφραστικών μέσων, και έτσι η ίδια η μελαγχολία διεκδίκησε πλέον την δική της συλλογή, παρέα με ένα μαύρο σαρκαστικό χιούμορ. Όμως οι μελαγχολίες του Ντέμη Κωνσταντινίδη είναι ευλύγιστες, για αυτό και αντέχουν, γιατί όπως έλεγε και ο Βruce Lee, σπάει το σκληρό κλαδί όχι αυτό που λυγίζει. Για αυτό εκτός από την αισθητική του πεσιμισμού, που και αυτή έχει λάτρεις, στις «Ευλίγιστες Μελαγχολίες» πρωτοστατεί  με βάθος η αρνητική όχι σκέψη αλλά διαπίστωση, η οποία οδηγεί υπόκωφα και υπόγεια στην ελπίδα, αφού το ουράνιο τόξο ξεπροβάλει, μόνο μετά την βροχή.

Να γράψω ένα ποίημα
Να μην τελειώνει
Ένα γλυπτό σε πάγο
Να μην λιώνει
Ψωμιά και ψάρια το κοφίνι
Να μην σώνει
Ουράνιο τόξο σε κορδέλες
Και ν ’απλώνει
Λουλούδια αμάραντα, κοπέλες
Στο μπαλκόνι
Και σε καθένα πιο ψηλά
Φωλιά απ’ αηδόνι

Εδώ θα βρείτε ηχογράφηση από την παρουσίαση του βιβλίου, στην οποία είχαμε την τιμή να διαβαστεί απόσπασμα από την κριτική μας.

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

"Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες", Ντέμης Κωνσταντινίδης(παρουσίαση βιβλίου και συνέντευξη του ποιητή)



Προς τους νέους ποιητές
(Ντέμης Κωνσταντινίδης, Κι όμως γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, University Studio Press, 2013)

Γράψτε ένα ποίμα
Για όσους δεν έχουν βήμα
Και, προπαντός, για εκείνους
Που στέρησε το κύμα.
Έτσι, ωραίο θα ‘ναι
Και κάποιοι θα ακουμπάνε
Στη λέξη του απάνω
Σαν μάιμω σε τσιγγάνο

Οι ποιητικές συλλογές είναι μάλλον το δυσκολότερο λογοτεχνικό είδος να παρουσιάσει κανείς. Όχι γιατί είναι αδύνατο να είναι κανείς σίγουρος για τα νοήματα που ο ποιητής θέλει να επικοινωνήσει, ούτε για την μεγαλύτερη ακόμη δυσκολία του να τα περάσει ο κριτικός στο αναγνωστικό κοινό. Έτσι και αλλιώς ο δικός μας στόχος μας δεν ήταν ποτέ να αποκωδικοποιούμε και να μεταφέρουμε στους αναγνώστες μας το «τι θέλει να πει ο ποιητής» ούτε κυριολεκτικά ούτε μεταφορικά.

Ο δικός μας στόχος είναι να μεταδώσουμε στον αναγνώστη όσο το δυνατόν πιο πιστά το κλίμα ενός βιβλίου ώστε να μπορέσει μόνος του πια και γνωρίζοντας τις δικές του προσδοκίες να καταλάβει αν θα του άρεσε ή όχι. Και αν σε ένα μυθιστόρημα ή δοκίμιο το να μεταδώσεις με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τον παλμό του βιβλίου είναι δύσκολο, σε μία ποιητική συλλογή είναι μάλλον σημαντικό κατόρθωμα.

Αυτό συμβαίνει διότι σε αντίθεση με τον πεζό λόγο όπου τα συναισθήματα είναι λίγα αλλά εκτείνονται τα ίδια σε μεγάλα μέρη του βιβλίου ώστε η ένταση τους  να εξαρτάται από την διάρκεια, στην ποίηση έχουμε ακριβώς το αντίθετο. Πάρα πολλά συναισθήματα σε πολύ μικρές διάρκειες με αποτέλεσμα οι συχνές κορυφώσεις να οδηγούν τον αναγνώστη όχι σε έναν αλλά πολλούς διαφορετικούς κόσμους.

Όταν πήρα στα χέρια μου την συλλογή « Κι όμως, γελούν καλύτερα οι τζίτζικες» του Ντέμη Κωνσταντινίδη και αφού θαύμασα την όμορφη και προσεγμένη έκδοση, παρατήρησα ότι αριθμεί 87 σελίδες στις οποίες υπάρχουν ούτε λίγο ούτε πολύ καμιά 180αριά ποιήματα. Πολυγραφότατος, τουλάχιστον για την εποχή μας.

Τα γενικά χαρακτηριστικά της συλλογής είναι το ελεύθερο στυλ, οι χαμηλοί τόνοι, η απουσία έπαρσης, μια  έντονη εμμονή στον εσωτερικό ψυχισμό και ένας έντονος πεσιμισμός αλλά μάλλον όχι σε υπερβολικό βαθμό ίσως και σε ισορροπία με αισιόδοξο τόνο. Γενικά η ισορροπία είναι εμφανής σε όλα τα ερεθίσματα. Τα νοήματα δεν είναι δύσκολα και δεν απαιτούν μυημένους αναγνώστες αλλά δεν απευθύνονται και σε «τεμπέληδες» της σκέψης.

Ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η αλλοτρίωση των συναισθημάτων στην εποχή μας, αλλά και η έντονη πολιτική κριτική μαζί με τον σαρκασμό αλλά και τον αυτοσαρκασμό δίνονται με χιούμορ αλλά και κριτικάρονται με ένταση και ενώ πολλές φορές απλά αποτυπώνονται συχνά προτείνεται και νέος τρόπος θεώρησης των πραγμάτων.

Ανήρ ο πολιτικός
(Ντέμης Κωνστντινιδης, Κι όμως γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, University Studio Press, 2013)

Εννέα στις δέκα ο καθρέπτης
(Παρών από γεννησιμιού)
Δείχνει στο τζάμι μια μαιμού…

Γεννημένος το 1976 στην Θεσσαλονίκη όπου ζει και σήμερα, ο Ντέμης Κωνσταντινίδης είναι Ιστορικός – Αρχαιολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές στην Μουσειολογία. Το «Κι όμως γελούν καλύτερα οι τζίτζικες» είναι ένα μικρό διαμάντι από αυτά που μια ανάγνωση δεν αρκεί.

Κομπόστα ροδάκινο
(Ντέμης Κωνστντινιδης, Κι όμως γελούν καλύτερα οι τζίτζικες, University Studio Press, 2013)

Γυρνώντας σπίτι απ’ τη δουλειά
Δεν βγάζεις λέξη ούτε μιλιά
Κοιμάσαι – τρως σαν κουρδισμένος
Αχάριστος; Έχεις δουλειά…
(Είναι δεμένα τα σκυλιά!)
Θα ΄πρεπε να ΄σαι ευτυχισμένος…

-Πόσοι και πόσοι!
(Δειλή καρδιά..)
Φύγαν στον πόλεμο
Για τα καλά…
-Μίλα σιγά…
Έχουμε πόλεμο…
Κι ακούνε τόσοι!

Ακολουθεί συνέντευξη που ευγενικά μας παραχώρησε ο ποιητής.

Κύριε Κωνσταντινίδη, επιλέξατε να δώσετε συνέντευξη σε έναν μικρής δημοτικότητας ερασιτεχνικό ιστότοπο. Πιστεύετε ότι μπορεί να σας βοηθήσει αυτό με κάποιο τρόπο; Δεν θα προτιμούσατε μια συνέντευξη σε ένα μεγάλο λογοτεχνικό περιοδικό για παράδειγμα και  από έναν καταξιωμένο κριτικό; 

Θεωρώ τον ιστότοπό σας πολύ αξιόλογο. Η επιλογή μου, ασφαλώς, δεν έγινε τυχαία. Αυτό που με ενδιαφέρει, πέρα από την όποια προβολή του έργου μου, είναι η έντιμη προσέγγισή του. Δεν έχουν λείψει, σε «έγκυρα» μέσα, τα παραδείγματα «χαϊδέματος αυτιών» ή οι περιπτώσεις κακοπροαίρετων κριτικών. Συνηθέστερα, βέβαια, είναι τα πρώτα (γέλια), γιατί και στον χώρο αυτόν, το πολυτιμότερο, ίσως, εφόδιο είναι οι στενοί κύκλοι γνωριμιών... Η ποίηση, όμως, αν και θεωρείται δύσκολο είδος, σίγουρα δεν απευθύνεται σε κάστες. Είναι φτιαγμένη για το φως, δεν αποκλείει κανέναν, ακόμη κι όταν πηγάζει απ’ την πιο απόμερη ερημιά.


Πόσο επώδυνο είναι για τις μέρες μας να είναι κάποιος ποιητής; Το λέτε σε παρέες όταν σας ρωτούν τι γράφετε; Δεν αντιμετωπίσατε ποτέ παράξενα βλέμματα αν όχι σχόλια, του τύπου « καλά ο τύπος έχει ξεφύγει, γράφει ποιήματα…»;

Ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης γι’ αυτό το φαινόμενο της απαξίωσης, αναλογεί σε όσους ασχολούμαστε με την ποίηση. Πώς επικοινωνούμε την κοσμοαντίληψή μας; Πιστεύουμε, πράγματι, ότι κομίζουμε έναν γνήσιο προβληματισμό για όσα φριχτά συμβαίνουν γύρω μας; Γιατί οφείλουν οι «άλλοι» να μας καταλάβουν; Προσωπικά, πιστεύω στην ειλικρίνεια του στίχου, ως απότοκο μιας βιωμένης εμπειρίας που μένει σαν καταστάλαγμα, όταν έχει δύναμη. Θα μπορούσα να υπερασπιστώ τους στίχους μου απέναντι σε οποιαδήποτε «καχύποπτη παρέα».

Αν και η πεζογραφία στην εποχή μας έχει αρκετό υλικό να δώσει ασχέτως ποιότητας, τουλάχιστον πολλοί έχουν στην κατοχή τους ένα μυθιστόρημα ή διήγημα  του οποίου ονειρεύονται την έκδοση, εντούτοις έχω την αίσθηση ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με την ποίηση. Δεν βλέπω πολλές συλλογές στα ράφια των βιβλιοπωλείων ενώ στους λογοτεχνικούς κύκλους ακούω ολοένα και λιγότερους  να ασχολούνται με το είδος αυτό. Συμφωνείτε με την διαπίστωση και αν ναι γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει;

Η εξήγηση είναι απλή. Την έχω λάβει κι εγώ κάποτε, ως απάντηση, στις εναγώνιες προσπάθειές μου: «Η ποίηση δεν πουλάει...». Δεν ακούγεται μόνο χυδαία, είναι χυδαία. Θα το διατύπωνα κάπως διαφορετικά: «Η ποίηση δεν βολεύει...». Κι ενώ υπάρχουν πολλές καλές συλλογές σε συρτάρια, παραμένουν εκεί επ’ αόριστον. Όσο για την πεζογραφία, το 90% της παραγωγής έχει ακολουθήσει το εύκολο μονοπάτι του σοφτ πορνό, ανιχνεύοντας -πολύ εύστοχα- τα καταπιεσμένα ένστικτα, τα συσσωρευμένα απωθημένα, την πλαδαρότητα της ζωής του σύγχρονου αναγνώστη.


Αν και νέος στην ηλικία η ποίηση σας θυμίζει κάτι από ποιητές μεσοπολέμου. Χαμηλών τόνων, έντονη εμμονή στον εσωτερικό ψυχισμό, απαισιοδοξία και λίγο πιο ελεύθερο στυλ. Έχω πέσει μέσα;

Έχετε δίκιο. Είναι μια γενιά που με επηρέασε πολύ. Το ομολογώ ακόμη από τον πρόλογο της πρώτης μου συλλογής («Διαθέσεις», 2009). Καλλιτεχνικά, είναι μια αδικημένη γενιά. Οι περισσότεροι εκπρόσωποί της -πλην του Καρυωτάκη- χαρακτηρίστηκαν «ελάσσονες» ποιητές, αξιακή κατηγοριοποίηση με την οποία δεν συμφωνώ καθόλου. Παρ’ όλες τις δημοσιεύσεις και τις ανθολογήσεις που έχουν δει το φως κατά καιρούς, έχω την εντύπωση ότι, μέχρι σήμερα, δεν έτυχαν της αναγνώρισης και της προβολής που τους άξιζε (αν και το διαδίκτυο άρχισε και εδώ να ανοίγει δρόμους). Ίσως γιατί το «χαμηλόφωνος» σε αυτήν την χώρα συνήθως παρεξηγείται. Είμαστε συνηθισμένοι στο νταβαντούρι...
 
Η έκταση της συλλογής ήταν μάλλον μεγάλη τουλάχιστον σε σχέση με τον μέσο όρο των συλλογών που κυκλοφορούν. Είστε πολυγραφότατος ή οι άλλοι γράφουν  λίγο; (γέλια)

Υπάρχει πλήθος ερεθισμάτων, που ενεργοποιούν την επιθυμία μου να γράψω. Πρόκειται, συνήθως, για στιγμιαία παρόρμηση, η οποία μετασχηματίζεται σ’ έναν πρώτο στίχο, που «χοροπηδά» επίμονα στο κεφάλι μου. Πολύ συχνά, δεν αναπτύσσεται παραπάνω από την έκταση μιας στροφής. Άλλοτε, πάλι, ξεχνιέται εντελώς. Όταν το υλικό που προκύπτει, αρχίζει να πυκνώνει, σκέφτομαι το ενδεχόμενο της επιλογής ενός «σώματος» ποιημάτων, μιας -εν δυνάμει- ποιητικής συλλογής. Η τελευταία ήταν, όντως, λίγο μεγάλη: 88 σελίδες... (γέλια).
 
Τελικά γελούν όντως καλύτερα οι τζίτζικές;

Αν και διοικούμαστε από μυρμήγκια, που προσπαθούν να μας καταστήσουν κι εμάς χαμερπή έντομα του ιδίου αναστήματος, νομίζω πως ναι, τελικά θα γελάσουν καλύτερα! Το τραγούδι τους, κάποια μέρα, θα ξανακουστεί.

Πιστεύετε ότι στην σημερινή εποχή υπάρχουν αξιόλογοι σύγχρονοι μας Έλληνες ποιητές;

Ασφαλώς! Τους περισσότερους δεν τους γνωρίζουμε ακόμα... (γέλια).
 
Πόσο απέχει στην ποίηση ένα σημαντικό ποίημα που ο ποιητής καταθέτει την ψυχή του και μαγεύει τον αναγνώστη του,  από το να γίνει έργο του ποιητή φανφάρα; (γέλια)

Νομίζω ότι ο κριτικός του μέλλοντος θα έχει εύκολη δουλειά. Οι Φανφάρες και οι φανφαρόνοι γενικά, ξεσκεπάζονται εύκολα, γιατί δεν κουβαλούν καμιάν αλήθεια στο έργο τους, πέρα από στείρα εγωπάθεια. Αυτό δεν σημαίνει πως, στον καιρό τους, δεν μπορεί να τύχουν αναγνώρισης, εγκωμιαστικών σχολίων ή τιμητικών διακρίσεων, ανάλογα με το πόσο ανώδυνη, ακίνδυνη ή και εξυπηρετική είναι η ποιητική τους για το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα.

Τι σας αρέσει να διαβάζετε κύριε Κωνσταντινίδη;

Λατρεύω το σύμπαν του Πόε. Μου αρέσει πολύ η αμεσότητα της αμερικανικής σχολής, το λεπτό χιούμορ των διηγημάτων του Τσέχωφ, ελληνικά λογοτεχνικά έργα συγχρόνων, που βρίσκω ελεύθερα στον ιστό ή από χέρι σε χέρι (π.χ. πρόσφατα το θεατρικό «Πλατεία Συντάγματος»), οι πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης και πολλά άλλα. Στενοχωρήθηκα που σταμάτησε η έκδοση του ελληνικού «Μίκυ Μάους». Η γενιά μου, μάλλον του χρωστά την μάθηση της ορθογραφίας, καθώς ήταν απείρως ελκυστικότερο (ίσως και πιο ενδιαφέρον) από τα Αναγνωστικά του Δημοτικού, που έβριθαν διδακτισμού...

Να περιμένουμε κάτι άλλο από εσάς στο μέλλον;


Κάτι βρίσκεται στα σκαριά. Πιθανόν να κυκλοφορήσει μέχρι τον Ιούνιο. Θα είναι η τέταρτη συλλογή μου. Λεπτομέρειες θα πληροφορηθείτε από τον προσωπικό μου ιστότοπο:  http://skorpieslekseis.blogspot.gr

Θα πρέπει να πάρετε μαζί σας ένα και μόνο ποίημα. Ποιο θα ήταν; Θα το μοιραστείτε μαζί μας; 

Θα μπορούσα να πάρω και μόνο ένα δίστιχο, όχι δικό μου: Περπατώντας αργά στην προκυμαία, «Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!». Σας ευχαριστώ πολύ.