Θωμάς εκ Κέμπης

Αναζήτησα την γαλήνη παντού και πουθενά δεν τη βρήκα, παρά σε μια γωνιά μ'ένα βιβλίο. (Θωμάς ο εκ Κέμπης, 1471)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλασική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλασική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

«Ο Στόουνερ», John Williams




Εκδόσεις Gutenberg, 2017
Σελ. 409
Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου


Στις 13 Ιουνίου 1963, ο Αμερικανός συγγραφέας John Williams (1922-1994), έγραψε μια επιστολή από το πανεπηστήμιο του Ντένβερ όπου δίδασκε Αγγλική φιλολογία, προς την ατζέντη του Marie Rodell, με στόχο να υπερασπιστεί το βιβλίο του με τίτλο «Stoner», για το οποίο η πράκτορας είχε μάλλον αρνητική προδιάθεση. Μεταξύ άλλων έγραφε:

«…Υποψιάζομαι ότι συμφωνώ μαζί σας για τις εμπορικές δυνατότητες, αλλά υποψιάζομαι επίσης ότι το μυθιστόρημα μπορεί να μας εκπλήξει από αυτή την άποψη. Δεν έχω ψευδαισθήσεις ότι θα είναι «μπεστ σέλερ» ή κάτι τέτοιο, αλλά αν το χειριστούμε σωστά (αυτό είναι πάντα το θέμα), δηλαδή αν ο εκδότης δεν το θεωρήσει απλώς άλλο ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα.……, μπορεί να έχει μια αξιοθαύμαστη εμπορική πορεία. Το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι βέβαιος, είναι ότι είναι ένα καλό μυθιστόρημα, με το χρόνο μπορεί ακόμη και να θεωρηθεί ως ένα ουσιαστικά καλό».

Τελικά «Ο Στόουνερ» εκδίδεται το 1965 (Viking Press), και ενώ λαμβάνει λίγες αλλά από αξιοπρεπείς έως πολύ καλές κριτικές, εμπορικά αποτυγχάνει και δεν επανεκδίδεται. Από τον επόμενο κιόλας χρόνο περνάει στην λήθη ακόμη και των πιο ψαγμένων αναγνωστών.

Επτά χρόνια αργότερα ο Williams θα κερδίσει το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου με το μυθιστόρημα του «Αύγουστος». Αυτή θα είναι και η μεγαλύτερη εκδοτική στιγμή του, αν και ο ίδιος θα προτιμήσει να απουσιάσει από την τελετή. Την ίδια χρονιά «Ο Στόουνερ» έρχεται στην Αγγλία (1973, Longman), ενώ θα ακολουθήσει επανέκδοση του το 2003 (Vintage).

Όμως εμπορικά η επιτυχία θα έρθει το 2011, σαράντα έξι χρόνια μετά την πρώτη έκδοση και δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα. Η Γαλλίδα συγγραφέας και μεταφράστρια Anna Gavalda, θα μεταφράσει το έργο στα Γαλλικά και ξαφνικά θα γίνει μια από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιτυχίες, αρχικά στην Γαλλία και την συνέχεια στην Ολλανδία και σε όλη την Ευρώπη. Το newyorker.com το 2013 ονόμασε τον Στόουνερ «The greatest American novel you have never heard of». Οι Έλληνες εκδότες θα καθυστερήσουν, αλλά το 2017 έχουμε την πρώτη ελληνική έκδοση στα χέρια μας (Gutenberg, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου). Στον κόσμο των βιβλιόφιλων «Ο Στόουνερ» λαμβάνει την θέση του κλασικού έργου αν και το αναγνωστικό κοινό συνεχίζει να είναι διχασμένο. Θα λέγαμε μάλιστα ότι πρόκειται για βιβλίο που ή θα μισηθεί ή θα αγαπηθεί. Αυτή όμως η απουσίας δυνατότητας μέτριας ή χλιαρής άποψης, δείχνει ακριβώς την λογοτεχνική του αξία. Είμαστε από αυτούς που θεωρούν ότι «Ο Στόουνερ» είναι λογοτεχνικό αριστούργημα και κατατάσουν τον Willliams ως έναν συγγραφέα που πέτυχε αυτό που όλοι οι συγγράφεις ονειρεύονται. Να γοητεύσει με την απλότητα και χωρίς επιτήδευση.

Το βιβλίο πραγματεύεται την ζωή του Γουίλιαμ Στόουνερ, από την φτώχια και τα χωράφια της Αμερικάνικης επαρχίας μέχρι την ακαδημαϊκή καριέρα και τον όχι και τόσο επιτυχημένο γάμο του. Και τι λογοτεχνικό ενδιαφέρον μπορεί να παρουσιάζει ένας μέτριος καθημερινός βίος όπως εκατομμύρια ανθρώπων; Γιατί πρέπει να μας ενδιαφέρει ο αγώνας για επιβίωση και η παράνομη ερωτική του σχέση; Και πως μπορούν να αποτελούν μυθιστορηματική πλοκή οι αντιθέσεις στην επαγγελματική του ζωή ή το μεγάλωμα του παιδιού του; Ο συγγραφέας θα κλιμακώσει αυτό το ερώτημα από τις πρώτες κιόλας σελίδες.

«Αν τύχει και κάποιος φοιτητής συναντήσει το όνομα Γουίλιαμ Στόουνερ, ενδέχεται να αναρωτηθεί γενικά και αόριστα ποιος ήταν αυτός· η περιέργεια του πάντως σπάνια θα ξεπεράσει το επίπεδο της απλής ερώτησης. Οι συνάδελφοι του Στόουνερ, οι οποίοι δεν του είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση όσο ζούσε, τώρα πια τον αναφέρουν σπανίως· στους μεγαλύτερους το όνομά του λειτουργεί ως υπενθύμιση του αναπόφευκτου για όλους τέλους, για τους νεότερους είναι απλώς ένας ήχος που δεν ανακαλεί τίποτε από το παρελθόν ούτε τους θυμίζει κάποιον που είχε σχέση με τους ίδιους ή τη σταδιοδρομία τους».

Ίσως για κάποιους η λογοτεχνία να είναι τρόπος να ξεφύγουν από την ζωή. Δεν συνιστούμε σε αυτούς αυτό το βιβλίο. Για όσους όμως η λογοτεχνία είναι η ίδια η ζωή, ο καθρέπτης της καθημερινότητας και που ανεξάρτητα από το είδος ανάγνωσης βρίσκουν πάντα τα μαθήματα που τους λείπουν αλλά και λατρεύουν τον ιστό της ταύτισης που γίνεται κάθε φορά διαβάζοντας και που κάθε φορά οδηγεί στην απελευθέρωση, το βιβλίο αυτό θα αποτελέσει σίγουρα ένα τρομερό εφόδιο. Για όσους ανήκουν σε αυτούς που βλέπουν την ανάγνωση ως απόλαυση (όπως και ο ίδιος ο Στόουνερ) θα έρθουν αντιμέτωποι με ένα τεχνικά άρτιο κείμενο, με μια εξαιρετική απλότητα λόγου, μια σταθερή ροή που χωρίς να πιέζει ή να εκβιάζει τον αναγνώστη του επιτρέπει να βιώσει όλα εκείνα τα συναισθήματα που είναι απαραίτητα για να είναι η ζωή αληθινή.

Φυσικά η ζωή έχει πρωτίστως συναισθήματα πικρίας και θλίψης (αφού χωρίς ταπείνωση δεν υπάρχει εξέλιξη) και αυτά κυριαρχούν στο βιβλίο. Κάποιοι «κατηγόρησαν» τον Στόουνερ ότι πρόκειται απλά για το χρονικό της ζωής ενός αποτυχημένου. Ο ίδιος ο Γουίλιαμς σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του που έδωσε το 1985 είπε:

«Κατά τη γνώμη μου (ο Στόουνερ), είναι ήρωας με όλη τη σημασία της λέξης. Πολλοί από αυτούς που διάβασαν το βιβλίο σχημάτισαν την εντύπωση ότι ο Στόουνερ έζησε μια κακή και θλιβερή ζωή. Το βέβαιο είναι ότι έζησε καλύτερα από τον περισσότερο κόσμο».

Σύμφωνα με τον John McGahern ο οποίος προλογίζει την έκδοση, η κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι ο έρωτας σε όλες τις πτυχές του. Στο εξαιρετικό επίμετρο του στην ίδια έκδοση, ο Άρης Μπερλής αντιπαραθέτει ως κεντρική ιδέα την αναπόδραστη τραγικότητα της ζωής. Για εμάς συνυπάρχουν σε ισόποσες δόσεις τόσο ο έρωτας όσο και η τραγικότητα των ηρώων, όπως η φιλία και η πατρότητα. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι για τον ίδιο τον Στοουνερ δεν υπάρχει κεντρική ιδέα. Ο Στόουνερ ζει και δεν τον απασχολεί αν ζει καλά ή άσχημα και αυτό γιατί επέλεξε απλά να ζει.


 

 

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

"Ο συμβολαιογράφος", Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής


Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας ειδικά κατά την περίοδο των πρώτων χρόνων μετά την απελευθέρωση από τον τούρκικο ζυγό, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει ένα κενό, όχι τόσο ποιοτικό, καθώς γράφτηκαν μεγάλα έργα αλλά περισσότερο ποσοτικό. Λογικό, αφού στις ιδιαίτερες εκείνες συνθήκες λίγοι είχαν την πολυτέλεια του να γράψουν το οτιδήποτε. Εκτός του ότι προείχαν ζητήματα επιβίωσης δεν υπήρχε και η κατάλληλη μόρφωση αφού μεγάλο μέρους του Ελληνικού λαού με το ζόρι κατείχε τα βασικά.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (Κωνσταντινούπολη 1809 – Αθήνα 1892 άνηκε στην κοινωνική τάξη των πλούσιων λόγιων που είχε την δυνατότητα να μορφωθεί, κάτι που έπραξε και με το παραπάνω αφού όχι μόνο αποφοίτησε από το Λύκειο της Οδησσού αλλά ολοκλήρωσε και την στρατιωτική σχολή της Βαυαρίας. Το 1855 δημοσίευσε σε συνέχειες στο περιοδικό Ευτέρπη το διήγημα «Ο συμβολαιογράφος» το οποίο ήταν και το πιο «ελληνικό» του αφού δεν είναι λίγοι οι κριτικοί που τον κατηγόρησαν ότι έγραφε κυρίως για ξένους τόπους και συνήθειες καθώς ήταν πολυταξιδεμένος.

Ο συμβολαιογράφος είναι γραμμένος στην καθαρεύουσα (η έκδοση που διάβασα είχε ως μόνη παρέμβαση την μετατροπή σε μονοτονικό σύστημα για την πιο εύκολη ανάγνωση) ενώ χρησιμοποιεί πλήθος λέξεων από την κεφαλλονίτικη και την επτανησιακή διάλεκτο κυρίως ιταλικής προέλευσης. Η κατανόηση του έργου δεν είναι ιδιαιτέρα δύσκολη και κάποιες άγνωστες λέξεις μπορούν και να παραληφθούν αφού το νόημα βγαίνει εύκολα από τα συμφραζόμενα. Κατά την άποψη μου αποτελεί μία καλή εισαγωγή στην καθαρεύουσα κυρίως γιατί η έκταση του βιβλίου είναι μικρή, τα νοήματα και η πλοκή ξεκάθαρη, τα πρόσωπα λίγα ενώ το μυστήριο και η αγωνία βοηθούν ώστε ο αναγνώστης να κρατηθεί κοντά στο βιβλίο και να μην τον απομακρύνει η παράξενη ειδικά για τους πιο νέους διάλεκτος. Η αίσθηση που αφήνει η καθαρεύουσα είναι μεγαλοπρεπής, περιγραφική και πιο σύνθετη στην απόδοση εικόνων και συναισθημάτων.

Σε δώδεκα μικρά και κοφτά κεφάλαια, τύπου νουάρ, θα παρακολουθήσουμε το χρονικό μίας δολοφονίας ενός πλούσιου γέροντα και την αναζήτηση του δολοφόνου ανάμεσα στους κληρονόμους με κύριο άξονα τις δράσεις ενός παράξενου συμβολαιογράφου του σιορ Τάπα.

Αν και δεν μπορεί κανείς να πει ότι οι ανατροπές και οι πρωτοτυπία χαρακτηρίζουν το διήγημα εντούτοις, ο Ραγκαβής καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι το τέλος και να βάλει τον αναγνώστη για τα καλά μέσα στην πλοκή και την ζωή των ηρώων κυρίως με την άψογη μετάδοση των συναισθημάτων.

Διαβάζεται σε λίγες ώρες χωρίς να κουράζει, παρά την καθαρεύουσα, και αποτελεί εξαιρετική πρόταση τόσο σε όσους θέλουν ένα μικρό διήγημα μυστηρίου με ελληνικές εικόνες όσο και σε όσους μελετούν και ενδιαφέρονται για την καθαρεύουσα αλλά και για τα γλωσσικά ιδιώματα της ελληνικής επαρχίας.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

"Το ημερολόγιο ενός τρελού", Νικολάι Γκόγκολ




Ίσως ένα από τα πιο γνωστά βιβλία του Ρώσου συγγραφέα, « Το ημερολόγιο ενός τρελού» είναι  ένα σύντομο πολύ μικρό διήγημα 50 σελίδων που όμως κατάφερε να αποτελέσει σταθμό στο έργο του Γκόγκολ και κατά την άποψη μου να σηματοδοτήσει (πιθανόν μαζί με κάποια έργα του Πόε) τον τρόπο με τον οποίο θα χειριστούν οι μετέπειτα λογοτεχνικές γενιές συγγραφέων τους εσωτερικούς μονολόγους των ψυχικά διαταραγμένων ανθρώπων. 

Το μυαλό ενός διαταραγμένου ψυχικά ανθρώπου προκαλεί πλέον το ενδιαφέρον εκατοντάδων συγγραφέων ανά τον κόσμο ενώ υπάρχουν πολλά βιβλία τα οποία έχουν στηρίξει τον κορμό της υπόθεσης τους σε αυτό. Το να καταφέρει όμως ένας συγγραφέας να σε βάλει μέσα στο μυαλό ενός τρελού χωρίς να σε κουράσει είναι εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα ειδικά όταν το κάνει μέσα σε πενήντα σελίδες. Δεν είναι λίγες οι φορές που βιβλία που έχουν ασχοληθεί με αυτό το θέμα εκτός από κουραστικά στο τέλος κατάντησαν και γραφικά. Αυτό συμβαίνει γιατί το ότι είναι κάποιος τρελός δεν σημαίνει ότι  θα λέει ή θα κάνει όλη την ώρα οτιδήποτε του έρθει, υπάρχει και στον δικό του νου μια συνοχή απλά πολύ διαφορετική από των υπολοίπων.

Ο Γκόγκολ θα κατορθώσει να τηρήσει αυτή την ισορροπία και να μας βάλει με αποστασιοποίηση μέσα στο μυαλό του Αυξέντιου Ιβάνοβιτς  Ποπρίσσιν  ο οποίος είναι ένας δημόσιος υπάλληλος μέσα σε μία πληκτική και βαρετή Πετρούπολη. Με την μορφή ημερολογίου θα μας αποκαλύψει κάποιες σκέψεις του για τον προϊστάμενο του και την κόρη του με την οποία είναι ερωτευμένος αλλά και για τις δομές της τότε κοινωνίας. Ο Γκόγκολ παρόλο που από την αρχή (ακόμη και από τον τίτλο) μας ενημερώνει ότι πρόκειται για τρελό, εντούτοις θα παίξει αρκετές φορές με την σουρεαλιστική πραγματικότητα κάνοντας τα όρια μεταξύ λογικής και τρέλας δυσδιάκριτα.

Το βιβλίο έχει γνωρίσει και θεατρική επιτυχία αφού έχει διασκευαστεί πολλές φορές σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα  έχουν παιχτεί αρκετές παραστάσεις. Είχα την τύχη να δω την παράσταση που είχε σκηνοθετήσει ο Γιώργος Κιμούλης και πρωταγωνιστούσε ο Στάθης Ψάλτης. Επρόκειτο για συγκλονιστική παράσταση στην οποία απεδείχθη ότι το ταλέντο ενός ηθοποιού είναι άσχετο με τις επιλογές του. Το ίδιο καλός ήταν και ο Κώστας Καρράς του οποίου την ερμηνεία μπορείτε να απολαύσετε παρακάτω.



Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

"Διηγήματα και μικρά πεζά'', Φραντς Κάφκα



Το βιβλίο «Διηγήματα και μικρά πεζά», είναι ένα  από τα λιγότερο γνωστά βιβλία του Φραντς Κάφκα, το οποίο αποτελείται από διηγήματα έκτασης από μία παράγραφο  έως λίγες σελίδες και συμπεριλαμβάνει και το αρκετά μεγαλύτερο «Κτίσμα» το οποίο έχει κυκλοφορήσει και μόνο του ως ανεξάρτητη έκδοση.

Έμαθα για το συγκεκριμένο βιβλίο όταν διάβασα μια συνέντευξη του Γερμανού συγγραφέα  Michael Augustin, στην οποία κατέτασσε το συγκεκριμένο βιβλίο μέσα σε αυτά που θα κρατούσε αν έπρεπε να μείνει σε ένα ερημονήσι, σε αυτά που τα διάβασε πάνω από μια φορά συστηματικά, αλλά και ως το βιβλίο που θα ήθελε να έχει γράψει ο ίδιος. 

Η μετάφραση στα Ελληνικά από την  Αλεξάνδρα Ρασιδάκη για τις εκδόσεις «Ροές» έχει γίνει από το Γερμανικό πρωτότυπο το οποίο αναπαράγει την κριτική έκδοση δηλαδή έκδοση η οποία είναι απαλλαγμένη από τις μετέπειτα προσθήκες του Μαξ Μπροντ. Η συλλογή των διηγημάτων στο πρωτότυπο έγινε από τον Roger Hermes το 1988. Ειδικά για το κτίσμα χρησιμοποιείται η μετάφραση των εκδόσεων « Άγρα» η οποία προϋπήρχε αλλά έχουν γίνει σχετικές τροποποιήσεις όπου κρίθηκε αναγκαίο. Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη και εκτός από τα διηγήματα περιλαμβάνει έναν κατατοπιστικό πρόλογο του μεταφραστή, αναλυτική παρουσίαση του πότε και αν δημοσιεύτηκε το κάθε διήγημα και σε τι μορφή βρέθηκε, αν είχε τίτλο κ.λπ. καθώς και ένα χρονολόγιο της ζωής του συγγραφέα. Η ποικιλία των διηγημάτων κάνει το βιβλίο αρκετά ξεκούραστο στην ανάγνωση με αποτέλεσμα να αποτελεί μια εξαιρετική εισαγωγή στο έργο του Κάφκα. Πρόκειται για  ένα έργο με το οποίο μπορεί κανείς να ξεκινήσει την ανάγνωση του Κάφκα πριν μπει σε έργα όπως η «Μεταμόρφωση» ή η «Δίκη». Αυτό γιατί θα καταλάβει κανείς γρήγορα αν του αρέσει το ύφος του συγγραφέα, αλλά δεν θα κουραστεί αφού οι υποθέσεις σε κάθε διήγημα εναλλάσσονται και έτσι μειώνεται η στατικότητα που χαρακτηρίζει τον Τσέχο συγγραφέα.

Παρόλο που πολλά από τα διηγήματα είναι ημιτελή ενώ κάποια αποτελούν σκόρπιες σκέψεις (υπάρχουν όμως και πολλά ολοκληρωμένα) η βασική συγγραφική ταυτότητα του Κάφκα δεν αλλοιώνεται. Συναντάμε συνεχώς το άγχος της αδυναμίας ελέγχου των καταστάσεων, την γραφειοκρατική αντίληψη σε όλα τα επίπεδα, ανθρώπους που δεν μπορούν να ελέγξουν τα πολύπλοκα γρανάζια απρόσωπων μηχανισμών,  φόβο για το άγνωστο και πλήρη παράδοση σε αρνητικά συναισθήματα που κανείς δεν  γνωρίζει από πού προέρχονται και πως μπορούν να ελεγχθούν. Σε ότι αφορά  ποια διηγήματα είναι ολοκληρωμένα και ποια όχι, εκτός από όσα είναι απόλυτα ξεκάθαρο, στα περισσότερα δεν είναι σαφές, καθώς η αίσθηση του μισού και του ανολοκλήρωτου είναι ούτως η άλλως μέρος του τρόπου που γράφει και αναπτύσσει την θεματολογία του ο Κάφκα.
 
«Το κτίσμα»

Το τελευταίο και μεγαλύτερο διήγημα της συλλογής (70 από τις 252 σελίδες) έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Γράφτηκε λίγο πριν ο Κάφκα μπει στο σανατόριο, ένα χρόνο πριν πεθάνει σύμφωνα με τις μαρτυρίες της τότε συντρόφου του Ντόρα Ντίαμαντ. Πρόκειται για ένα κλασικό Καφκικό διήγημα, στατικό σε ότι αφορά τον χωροχρόνο και ξεκάθαρα ημιτελές. Με αφήγηση σε  πρώτο πρόσωπο μας μας παρουσιάζεται με κάθε λεπτομέρεια, η διαμόρφωση ενός κτίσματος και η ζωή μέσα σε αυτό. Αποτυπώνονται με παραστατικότητα  οι λόγοι που οδήγησαν τον ιδιοκτήτη στην καταρχήν οικοδόμηση του, ενώ παρατίθεται και ισχυρή επιχειρηματολογία για την περαιτέρω διαμόρφωση του και τους λόγους που αυτή εξυπηρετεί.

Ο Κάφκα κάνει ένα εξαιρετικό παιχνίδι μυαλού και κινείται αριστοτεχνικά μέσα στο νου μας, όπως μέσα στο κτίσμα του. 

Πρόκειται για ένα  βιβλίο το οποίο διαβάζεται εύκολα παραπάνω από μία φορά αρκεί να υπάρχει η στοιχειώδης αγάπη για τον Τσέχο συγγραφέα και το έργο του.

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

''Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη'', Όσκαρ Γουάιλντ



O Ντόριαν Γκρέη είναι ένας πλούσιος της Αγγλίας του 19ου αιώνα, ένας δανδής, ένας πανέμορφος νέος, ίσως ο πιο όμορφος που υπήρξε ποτέ, ζει μέσα στα πλούτη και ενδιαφέρεται μόνο για την καλοπέραση του και ποζάρει ως μοντέλο για την δημιουργία ενός πορτρέτου. Μετά από τις προτροπές ενός φίλου του που γνωρίζει τυχαία μπαίνει σιγά σιγά στην ζωή των ηδονών και της ακολασίας όταν κάποια στιγμή η ιδέα ότι μια μέρα θα γεράσει και θα χάσει την ομορφιά του τον τρομάζει. Η ευχή του  να μείνει για πάντα νέος και στην θέση να γερνάει το πορτρέτο του γίνεται πραγματικότητα. Όμως το πορτρέτο εκτός από το γήρας παίρνει και την ψυχή και τις αμαρτίες του Ντόριαν Γκρέη.




"Αφήστε το βιβλίο μου, σας παρακαλώ, στην αθανασία που του αξίζει", θα έλεγε προφητικά χρόνια αργότερα ο Οσκαρ Γουάιλντ, όταν χρησιμοποιούταν ως αποδεικτικό στοιχείο στην δίκη του με την κατηγορία της ομοφυλοφιλίας, για την οποία καταδικάστηκε σε 2 έτη φυλάκιση σε καταναγκαστικά έργα. Πράγματι αν και δεν γίνεται πουθενά αναφορά σε αυτήν, η αντρική ομοφυλοφιλία υποβόσκει σε ολόκληρο το βιβλίο και αυτό προκαλεί εντύπωση αν σκεφτεί κανείς ότι εκδόθηκε το 1891.

Η ιστορία έιναι όμορφή και χαλαρή, η ατμόσφαιρα ενδιαφέρουσα ενώ υπάρχουν και σωστές δόσεις μυστηρίου και αγωνίας, ειδικά προς το τέλος όπου υπάρχει κλιμάκωση. Η γραφή είναι άμεση και γρήγορη, οι περιγραφές είναι λίγες ενώ το μέγεθος του βιβλίου είναι τέτοιο (247 σελίδες) που δεν πρόκειται να κουράσει σε καμία περίπτωση.

Τα περισσότερα αποφθέγματα για τα οποία είναι ευρέως γνωστός ο Γουάιλντ προέρχονται από αυτό το βιβλίο. Οι ήρωες φιλοσοφούν, αγορεύουν με τρόπο ώστε να αποτελούν άλλοτε μαθήματα ζωής και άλλοτε να προκαλούν με παραδοξολογίες και αφορισμούς. Έτσι το βιβλίο έχει ένα δεύτερο επίπεδο, το οποίο όμως προσφέρεται στον αναγνώστη έντεχνα και με σαφήνεια, χωρίς να τον αναγκάζει να ψάξει για να το βρει μόνος του και από τις πρώτες σελίδες θα καταλάβει αν του αρέσει. Οι συμβολισμοί του βιβλίου είναι μεν πολλοί αλλά εύκολοι στον εντοπισμό τους και περνάνε στον αναγνώστη χωρίς ο τελευταίος να το καταλάβει.

Σύμφωνα με τους βιογράφους του Γουάιλντ, ο Ντόριαν Γκρέην έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τον ίδιο και μάλιστα μέσα στο ‘πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη’ φαίνεται και η σύμπραξη του Γουάιλντ με τον ‘Αισθητισμό’ το κίνημα που απάλλασσε την τέχνη από κάθε είδους παιδαγωγική, ψυχαγωγική αλλά και ηθική υποχρέωση και της όριζε ως μοναδικό σκοπό το να έχει όμορφο αισθητικά αποτέλεσμα. Αυτά συμπυκνωνόταν στο ρητό: ‘Η τέχνη  για την τέχνη’

Κατά την γνώμη μου πρόκειται για ένα λογοτεχνικό αριστούργημα που πρέπει να διαβαστεί από όλους τους λάτρεις του βιβλίου, ώστε να αποκτήσουν ιδία άποψη για τον αν τους αρέσει.

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012

''O Πύργος'', Φραντς Κάφκα


O Πύργος του Κάφκα αποτελεί, μαζί με τον Οδυσσέα του Τζέιμς Τζόυς, το βιβλίο εκείνο για το οποίο έχω γνωρίζει τους περισσότερους ανθρώπους που δεν έχουν καταφέρει να το τελειώσουν, σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο βιβλίο. Αυτό από μόνο του αποτελεί πρόκληση για τον μέσο αναγνώστη και ίσως απορία στους αμέτρητους φανατικούς αναγνώστες του Κάφκα, όπως και ο γράφων. Πιστεύω όμως ότι είναι απόλυτα λογικό καθώς πρόκειται για ένα από τα πιο ‘βαριά’ από όλες τις απόψεις έργα του Φράντς Κάφκα.

Πρόκειται για το τελευταίο μυθιστόρημα (ακολούθησαν μόνο διηγήματα) του Τσέχου συγγραφέα, άρχισε να το γράφει τον Ιανουάριο του 1922, δύο χρόνια πριν φύγει από την ζωή. Εκδόθηκε μετά τον θάνατο του το 1926, από τον φίλο του Μαξ Μπροντ, ο οποίος όπως έχουμε αναφέρει ξανά,  αντί να εκτελέσει την επιθυμία του Κάφκα, που έγραψε στην  διαθήκη που έκανε τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, να κάψει το σύνολο του έργου του,   εκείνος το εξέδωσε κάνοντας και αρκετές διορθώσεις. Ένα μήνα πριν,  ο Κάφκα είχε υποστεί έναν δεύτερο νευρικό κλονισμό και είχε γράψει στον Μπροντ: Αυτή την εβδομάδα δεν την πέρασα και πολύ ευχάριστα, γιατί αναγκάστηκα να αφήσω την ιστορία του Πύργου, προφανώς για πάντα.
Αν και δεν είναι σαφές πότε σταμάτησε να γράφει τον Πύργο, εντούτοις το βιβλίο έμεινε όντως ημιτελές, σε ότι αφορά την πλοκή, ενώ σε ότι αφορά την  επιμέλεια (στίξη, σύνταξη κ.λπ.) δείχνει να είναι ολοκληρωμένο. Πάντως από αυτή τη χρονική στιγμή και ως το θάνατο του η υγεία του ήταν εξαιρετικά επιβαρυμένη, οπότε αν ασχολήθηκε θα ασχολήθηκε ελάχιστα.

Η υπόθεση:
Ο Κ. είναι επαγγελματίας χωρομέτρης, και καταφθάνει σε ένα χωρίο για να εργαστεί υπό τις διαταγές του Πύργου που διοικεί το συγκεκριμένο  χωρίο. Φτάνοντας όμως στο χωριό, όλες οι προσπάθειες του να προσεγγίσει τον Πύργο αποτυγχάνουν. Έτσι μπλέκεται στα γρανάζια ενός απρόσωπου και αδυσώπητου μηχανισμού, μέρος του οποίου αποτελούν όλοι οι γύρω του και από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει αποφασίζοντας να συμβιβαστεί για να πολεμήσει το σύστημα ‘από μέσα’, τελικά όμως  και αυτές οι προσπάθειες αποβαίνουν άκαρπες και τελικά χάνει όλες τις μάχες και βρίσκεται μετέωρος.

Εξέλιξη – Πλοκή:
Ο Πύργος είναι από τα πιο στατικά έργα του Κάφκα. Μη σας ξεγελά η φαινομενικά μυστηριώδης και ενδιαφέρουσα υπόθεση. Στις 428 σελίδες του Πύργου η εξέλιξη είναι ελάχιστη. Κάθε σκηνή και διάλογος διαρκεί δεκάδες σελίδες. Αν και το βιβλίο δεν είναι ούτε αστυνομικό ούτε κλασσικού τύπου μυθιστόρημα, οπότε και αυτό δεν μειώνει την αξία του, εντούτοις οφείλω να αναφέρω ότι είναι μη ολοκληρωμένο,  κόβεται ακριβώς στην μέση μιας φράσης. Πιστεύω όμως ότι ήταν πολύ κοντά στο να τελειώσει, έτσι και αλλιώς η γεύση του μισού είναι πάντα μέρος του συγγραφικού χαρακτήρα του Κάφκα. Στην συγκεκριμένη έκδοση που εγώ έχω (Ροές Λογοτεχνία) υπάρχει ένα επίμετρο στο οποίο αναφέρεται το τέλος που είχε εκμυστηρευτεί ο Κάφκα στον Μαξ Μπρόντ.

Γραφή:
Η γραφή είναι όσο πιο Καφκική θα μπορούσε. Οι προτάσεις είναι πολύ μεγάλες, τα νοήματα εξαιρετικά ‘συμπυκνωμένα’ ενώ αν και οι περιγραφές είναι αφαιρετικές σε ότι αφορά τον χωροχρόνο, είναι αρκτετά πλούσιες σε ότι αφορά τα συνασθήματα.

Άγχος, φόβος του αγνώστου, φόβος της έλλειψης της αυτοκυριαρχίας, έλλειψη ελέγχου των συναισθημάτων, σκληρή και απρόσωπη εξουσία, αδυσώπητη γραφειοκρατία, ανεξέλεγκτος και μυστηριώδης κρατικός μηχανισμός, θολό τοπίο, γρανάζια στα οποία μπλέκεσαι χωρίς το θέλεις και δεν μπορεί να απεμπλακείς από αυτά, είναι μόνο μερικά από τα συναισθήματα και τις καταστάσεις τις οποίες πραγματεύεται ο Κάφκα και στις οποίες υποβάλει τον αναγνώστη. Όπως πάντα στον Κάφκα τα ερωτηματικά όχι μόνο δεν απαντώνται αλλά προοδευτικά πληθαίνουν και απαιτούν από τον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά. Από την άλλη πλευρά η αναγνωστική αποστασιοποίηση επιβάλλεται ώστε το έργο να διαβαστεί χωρίς συναισθηματική φόρτιση και έτσι  να μπορέσει ο αναγνώστης να το απολαύσει.

Συνοπτικά μπορώ να πω ότι έχουμε ένα λογοτεχνικό αριστούργημα το οποίο πρέπει να διαβαστεί από κάθε φίλο του Τσέχου συγγραφέα. Αν όμως δεν έχετε ξαναδιαβάσει Κάφκα, θα πρότεινα να ξεκινήσετε από την ‘Μεταμόρφωση’ στην συνέχεια να περάσετε στην ‘Δίκη’ και αν έχετε αποφασίσει ότι σας αρέσει τότε μπορείτε να προχωρήσετε με τον Πύργο.

Αν είστε ήδη φίλος του Κάφκα και αν όπως έλεγε ο ίδιος πιστεύετε ότι : Τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας, τρέξετε αμέσως.




Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

"Η μεταμόρφωση", Φραντς Κάφκα (Franz Kafka)

Η μεταμόρφωση είναι ένα από τα λίγα 100% ολοκληρωμένα έργα του Κάφκα και κυκλοφόρησε όταν ήταν εν ζωή. Αν και αρχικά εκδόθηκε ως αυτόνομο διήγημα, επανεκδόθηκε με την επιθυμία του ίδιου του Κάφκα ως μέρος μιας τριλογίας διηγημάτων με τίτλο ‘Οι γιοι’ όπου επιπλέον περιλάμβανε τα διηγήματα ‘ Η κρίση’ και ‘Ο θερμαστής’.
Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του Κάφκα και αρκετά καλή εισαγωγή στο έργο του λόγω του μικρού μεγέθους, καθώς και του ότι πρόκειται για ένα από τα λίγα ολοκληρωμένα έργο του.


Η υπόθεση (από την πρώτη σειρά του βιβλίου): ‘ Όταν ένα πρωί ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε από ταραγμένο ύπνο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε τεράστιο έντομο’. Πώς θα Εξελιχθεί η ζωή του ήρωα, ποια η σχέση του με την οικογένεια του, τι θα γίνει με την δουλειά του είναι μερικά από τα ερωτήματα που θα απαντηθούν.
Ο Κάφκα μας βάζει από την πρώτη σειρά μέσα στο κλίμα, ένα κλίμα μυστηρίου, αλλοτρίωσης, φόβου, τρόμου, θλίψης που θα μείνει αναλλοίωτο και ανέπαφο μέχρι την τελευταία σελίδα. Το κλασικό Καφκικό συναίσθημα του φόβου του άγχους και της αδυναμίας αντίδρασης μπροστά σε μία άγνωστη δύναμη που κινεί τα νήματα εδώ απογειώνεται.Η πραγματικότητα με το φανταστικό αποκτούν δυσδιάκριτα όρια ενώ όποιος προσπαθήσει να αναλύσει τους συμβολισμούς θα χαθεί και το διήγημα θα τον καταπιεί. Έτσι θα πρέπει να βρει μόνος του τον δρόμο της επιστροφής.


Η γραφή: Η μεταμόρφωση δεν έχει την κλασική Καφκική γραφή ως προς την ροή και τον τρόπο που συνδέονται οι προτάσεις αλλά και στην αλληλουχία των νοημάτων. Είναι μάλλον πιο απλά γραμμένη για αυτό και πρόκειται για το πιο δημοφιλές έργο του Κάφκα στους μη φανατικούς Καφκικούς δηλαδή στο πλατύ κοινό.


Έτσι το προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους, και λόγω του μικρού μεγέθους δεν χρειάζεται να αφιερωθεί πολύς χρόνος. Έτσι θα ήθελα πραγματικά να ακούσω πολλές απόψεις για αυτό το διήγημα τόσο αυτών που αγαπούν τον συγγραφέα όσο και των περιστασιακών αναγνωστών αυτού του διηγήματος.

"Η δίκη", Φραντς Κάφκα (Franz Kafka) :

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα από τους ‘Καφκικούς αναλυτές’ είναι, το πιο είναι το πιο αντιπροσωπευτικό έργο του Τσέχου συγγραφέα. Καθώς ο Κάφκα έχει μια δική του συγγραφική σχολή, κατά καιρούς ο ρόλος του πιο αντιπροσωπευτικού έργου του έχει αποδοθεί στην Μεταμόρφωση, στον Πύργο αλλά και στην Σωφρονιστική Αποικία. Φυσικά αυτό είναι ένα θέμα που μπορούμε να συζητάμε για ώρες και ενδεχομένως να υπάρχουν τόσες απόψεις όσα και τα έργα του Κάφκα. Προσωπικά πιστεύω πως αυτή η αναζήτηση δεν έχει κάποιο νόημα.

Αν οι διάφοροι αναλυτές του έργου του Κάφκα έχουν κατά καιρούς αναφέρει διάφορά έργα, το μόνο σίγουρο είναι ότι στην συνείδηση του πλατύ κοινού ‘Η δίκη’ αποτελεί το πλέον αντιπροσωπευτικό έργο του Κάφκα. Μάλιστα είναι και το πιο πολυδιαβασμένο έργο του Τσέχου συγγραφέα και ίσως το έργο που έχει διαβαστεί περισσότερο από αναγνώστες που δεν έχουν διαβάσει κάτι άλλο από εκείνον.

''Η δίκη'' πιθανολογείται ότι ξεκίνησε να γράφεται το 1914 και ότι τέλειωσε την ίδια χρονιά. Εκδόθηκε όμως το 1925, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Κάφκα, από τον φίλο του Μαξ Μπρόντ, στον οποίο είχε αφήσει ρητή εντολή να καταστρέψει το έργο του. Την χρονιά που άρχισε ο Κάφκα να γράφει την δίκη είχε μόλις χωρίσει από την Φελίτσε Μπάουερ, της οποίας η οικογένεια είχε στήσει ένα άτυπο δικαστήριο εναντίον του Κάφκα ο οποίος διέλυσε τον αρραβώνα. Έτσι εκτός από τον ίδιο τον χαρακτήρα (συγγραφικό και φυσικό) του Κάφκα φαίνεται ότι η εμπειρία αυτή έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην συγγραφή της δίκης. Ο νομπελίστας Elias Kanetti έχει γράψει ένα βιβλίο με αυτό ακριβώς το θέμα, με τίτλο ‘Η άλλη δίκη, Τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε’ εκδόσεις Scripta 2002.

Η δίκη ανήκει στα ολοκληρωμένα έργα του Κάφκα, τουλάχιστον ως προς την εξέλιξη της πλοκής ενώ για το θέμα των τεχνικών διορθώσεων πιστεύεται ότι ολοκληρώθηκαν από τον Μπρόντ χωρίς αυτό να είναι αποδεδειγμένο.

Το βιβλίο θα μας προϊδεάσει από τις πρώτες γραμμές για το τί θα επακολουθήσει: Κάποιος πρέπει να είχε συκοφαντήσει τον Γιόζεφ Κ., γιατί ένα πρωί, χωρίς να έχει κάνει τίποτα απολύτως, συνελήφθη. Ο Κ. ένα πρωί ξυπνώντας συλλαμβάνεται χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες. Του ανακοινώνουν ότι θα δικαστεί χωρίς όμως να διευκρινίζεται ο χρόνος. Χωρίς να γνωρίζει τις κατηγορίες θα προσπαθήσει να αποδείξει την αθωότητα του, μπλέκοντας στους δαιδαλώδεις λαβύρινθους του δικαστηρίου και στα γρανάζια ενός απρόσωπου κρατικού μηχανισμού διαπιστώνοντας σιγά σιγά πως όλος ο κόσμος είναι μια προέκταση αυτού. Η αγωνία για το άγνωστο, ο φόβος, ο παραλογισμός, το άγχος, οι λαβύρινθοι της γραφειοκρατίας, και το αίσθημα ενοχής και ανάγκης συμβιβασμού είναι μόνο μερικά από τα συναισθήματα στα οποία υποβάλλεται ο ήρωας.

Η γραφή στον συγκεκριμένο έργο είναι Καφκική αλλά όχι τόσο ‘βαριά’ όσο στον Πύργο, για τα δεδομένα του Κάφκα είναι σχετικά ελαφρύ βιβλίο.



"Ο ζητιάνος", Ανδρέας Καρκαβίτσας

Το 1897 ο Αντρέας Καρκαβίτσας (1865-1922) έγραψε την νουβέλα ‘Ο ζητιάνος’ στην οποία αξιοποίησε τις γνώσεις που αποκόμισε για την Ελληνική ύπαιθρο κατά την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. Αυτό που δεν γνώριζα, και ίσως να μην το γνωρίζει πολύς κόσμος είναι πως η εν λόγω νουβέλα είναι γραμμένη εξολοκλήρου στην δημοτική γλώσσα και μάλιστα σε διάλεκτο πάρα πολύ κοντά (99% ίδια) με αυτήν που μιλάμε σήμερα. Αυτό απογειώνει το βιβλίο, καθώς η καθαρεύουσα ακόμη και αν δεχτούμε ότι δεν έχει περιορισμούς στην έκφραση (προσωπικά πιστεύω ότι έχει) σίγουρα περιορίζει τον σύγχρονο αναγνώστη σε ότι αφορά όχι τόσο το νόημα αλλά το ύφος που κάθε φορά θέλει να μας μεταδώσει ο συγγραφέας.

Όπως κάθε κλασικό έργο διαβάζεται σε τρία επίπεδα. 

1. Μιας ιστορίας, με την οποία περνάει κανείς ευχαρίστα κάποιες ώρες. 
Την εποχή που η Ελλάδα προσπαθεί να απελευθερωθεί και ουσιαστικά από τον Τούρκικο ζυγό, σε ένα τυπικό χωρίο του Θεσσαλικού κάμπου καταφθάνει ένας επαγγελματίας ζητιάνος, γέννημα – θρέμμα ενός άλλου χωριού, φυτώριου ζητιάνων. Η άσχημη υποδοχή από τον τελώνοφύλακα θα συνδυαστεί με τον ούτως ή άλλως κακό ψυχισμό του και θα αποφασίσει να οδηγήσει το χωριό στην καταστροφή αφού πρώτα εκμεταλλευτεί τους ανυποψίαστους χωρικούς.

2. Τα ιστορικά στοιχεία.
Μέσα από τον ζητιάνο παίρνουμε πολλά στοιχεία για την κατάσταση της Ελληνικής υπαίθρου, της νοοτροπίας των κατοίκων, τις προκαταλήψεις, τις δεισιδαιμονίες και όλων όσων για δεκαετίες ταλαιπώρησαν τον Ελληνικό λαό και αποτέλεσαν για αυτόν τροχοπέδη στην εξέλιξη και ανάπτυξη του.

3. Τα βαθύτερα νοήματα.
Μπορεί ο άνθρωπος να βρει το νόημα της ύπαρξης; Και ποιο είναι αυτό; Και αν μπορεί θέλει;

Η γραφή του Καρκαβίτσα έχει όλα αυτά που έχουν οι κλασσικοί συγγραφείς και πάντα προσπαθούν να μιμηθούν οι νέοι. Κινείται με απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στις αναλυτικές περιγραφές και την εξέλιξη της πλοκής. Δεν κουράζει και σε όλο το βιβλίο δεν υπάρχει, όχι ένα σημείο, αλλά ούτε μία πρόταση που το έργο να κάνει κοιλιά.

Όταν καμιά φορά οι αναγνωστικές μας επιλογές βρίσκονται σε σύγχυση, ένα κλασικό έργο είναι η λύση. Για αυτό άλλωστε λέγεται και κλασικό.

''21 ιστορίες και το κοράκι'', Έντγκαρ Άλαν Πόε

Η ποίηση του Έντγκαρ Άλαν Πόε είναι βαθιά και στιλπνή σαν όνειρο, μυστηριακή και τέλεια σαν κρύσταλλο. 
ΣΑΡΛ ΜΠΟΝΤΛΕΡ

Ο Πόε είναι ο μόνος συγγραφέας χωρίς ψεγάδι. Ποτέ δεν έκανε λάθος.

ΠΟΛ ΒΑΛΕΡΙ

Αυτό που είναι εκπληκτικό στον Πόε είναι η ρώμη της φαντασίας του, η ακρίβεια της εύγλωττης λεπτομέρειας. Έτσι, επιτυγχάνει ένα αποτέλεσμα παραδόξως αληθοφανές και πειστικό.
ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ 

Οι ιστορίες μυστηρίου του Έντγκαρ Άλαν Πόε είναι η ρίζα από την οποία βλάστησε μια ολόκληρη λογοτεχνία. Πού ήταν το αστυνομικό μυθιστόρημα πριν ο Πόε τού εμφυσήσει την πνοή της ζωής;
ΑΡΘΟΥΡ ΚΟΝΑΝ ΝΤΟΪΛ 

Ο Πόε είναι ένας τυχοδιώκτης, όχι όμως με την κοινότοπη έννοια της λέξης: εξερευνά τις δυνατότητες του πνεύματος, τα μυστήρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας, τα απόκρυφα της λευκής σελίδας. Δεν είναι ένας «ζωγράφος της ζωής», αλλά ένας χτίστης, ένας εφευρέτης των μορφών, ένας εξερευνητής των πιο διαφορετικών ειδών.
ΤΣΒΕΤΑΝ ΤΟΝΤΟΡΟΦ 

Ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1809-1849) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς λογοτέχνες και κριτικούς. Πριν το έργο του, κάποια λογοτεχνικά είδη όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου δεν ήταν σαφώς οριοθετημένα ενώ ήταν και αρκετά παρεξηγημένα.

Παρεξηγημένος αρκετά ήταν και είναι και ο ίδιος ο Πόε σε ότι αφορά την προσωπική του ζωή, η σχέση του με ναρκωτικά, οι συνεχείς απόπειρες αυτοκτονίας και η διαταραγμένη ψυχική του υγεία κάνουν τα έργα του να μοιάζουν αυτοβιογραφικά. Ωστόσο, καθώς ο Πόε έζησε αρκετά παλιά, πολλές από τις πληροφορίες αυτές έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση καθώς δεν υπάρχουν σαφή αποδεικτικά στοιχεία ενώ υπάρχουν και πολλές αντιφάσεις σε όσους τα ισχυρίζονται. Πάντως είναι αξιοσημείωτο ότι όλα τα διηγήματα αυτής της έκδοσης είναι γραμμένα σε πρώτο ενικό πρόσωπο.

Αλλά και το ίδιο το έργο του Πόε έχει κριθεί πολλές φορές ώς αναξιόπιστο καθώς αυθαιρετεί σε ότι αφορά γεγονότα, ονόματα, γεωγραφικές τοποθεσίες άλλοτε σκόπιμα και άλλοτε όχι, δύσκολο να γνωρίζει κανείς το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο. Κατά την γνώμη μου στην εποχή που ζούσε ο Πόε η πληροφόρηση για τα πάντα ήταν πολύ μικρή και θεωρώ όχι μόνο υπεραρκετές αλλά και άξιες θαυμασμού τις πληροφορίες που δίνει π.χ. για άλλα κράτη. 

Το έργο του Πόε είναι πραγματικά μαγευτικό και σε βάζει στην κυριολεξία μέσα σε έναν δικό του κόσμο άλλοτε μαγευτικό, άλλοτε τρομακτικό, άλλοτε αστείο, άλλοτε περιπετειώδες και άλλοτε μυστηριώδες. Είναι από τους συγγραφείς που χάνεσαι μέσα στο βιβλίο και εγκαταλείπεις την καθημερινότητα σου. Η συγκεκριμένη έκδοση βοηθαέι σε αυτό καθώς είναι σκληρόδετη και σε μεγάλο μέγεθος. Αισθάνομαι ότι έχει γίνει και καλή δουλειά στην μετάφραση χωρίς να μπορώ να το πώ με βεβαιότητα καθώς δεν έχω διαβάσει από το πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο. 

Η γραφή του Πόε είναι αρκετά περιγραφική, τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα είναι στο όριο μετά από το οποίο δεν διαβάζω ένα βιβλίο. Εξαιρετικά αναλυτικός με πολλά επίθετα και περιγραφή της λεπτομέρειας. Επειδή όμως το συγκεκριμένο βιβλίο είναι μικρά διηγήματα δεν βαρέθηκα καθώς άλλαζε συνέχεια θέμα και ύφος. Αυτό βέβαια εμένα με κουράζει και λίγο. 

Η συλλογή έχει τα αντιπροσωπευτικότερα διηγήματα από κάθε είδος που ασχολήθηκε ο Πόε. Αυτό ήταν και μια έκπληξη για εμένα καθώς νόμιζα ότι έχει γράψει μόνο μυστήριου και φαντασίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Πόε είναι ο πρόγονος της αστυνομικής λογοτεχνίας σε μία εποχή που δεν υπήρχαν ούτε καν ντεντέκτιβ, για αυτό και στα έργα του χρησιμοποιεί έναν ιππότη. 

Οι ενότητες είναι:
Τρόμος 
Φανταστικό 
Μυστήριο 
Περιπέτεια 
Επιστημονική φαντασία 
Σάτιρα 
Το ποίημα «Το κοράκι» κλείνει την ανθολογία.

Σύντομες εισαγωγές και σημειώσεις απαραίτητες τις περισσότερες φορές κατά την γνώμη μου ολοκληρώνουν την έκδοση.